Είναι κάποιες γυναίκες κρατάνε στις πλάτες τους όλη την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Δίνουν ζωή στις λέξεις, τιε απογειώνουν με τρόπο απλοϊκό, περιγράφοντας απλά καθημερινά συμβάντα. Κάπως έτσι κι η Σώτη Τριαντφύλλου.
Έπιασε κι έγραψε τα «Αστραφτερά Πεδία». Ένα βιβλίο που δεν το λες λογοτεχνία. Δεν μπορείς να το εντάξεις σε ένα πλαίσιο. Πιο πολύ μου μοιάζει με μια περιπλάνηση. Στον νου και σε μονοπάτια που τα απειλεί η λήθη. Θαρρείς κι όσα είχε τόσα χρόνια, μέσα της κρυμμένα, βρήκαν πάτημα, γαντζώθηκαν στο χαρτί και βγήκαν σε αυτό το σύνολο.
Μου άρεσε πολύ η γλώσσα της. Παρά τα όσα έχει καταφέρει στην ζωή της, δεν υιοθετεί την ελιτιστική απόμακρη στάση που παρατηρούμε σε άλλους. Με λέξεις, απλές, καθημερινές, σχεδόν φθαρμένες από την τόση τους χρήση, στήνει την ιστορία της. Δεν ενδιαφέρουν καλολογικά στοιχεία και φανφάρες. Απλά, θέλει να μας περιγράψει την ζωή. Την περιδιάβαση. Στις ιδέες; Στην ιστορίας; Στην νοοτροπία; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά μέχρι να φτάσει στο τέλος του βιβλίου αυτού.
Αγάπησα σχεδόν αυτήν την ιστορία. Είναι διαφορετική. Δεν ξέρω τι θα γίνει στην συνέχεια. Έχω το άγχος και την αγωνία. Βλέπω την ηρωίδα να αφηγείται. Να μένει απόμακρη σχεδόν από τις εξελίξεις. Βουβούς παρατηρητής, με μόνο σύμμαχο την πένα της. Κι εκεί να συνεχίζει, να μιλάει ακατάπαυστα. Με έναν αυθορμητισμό, εφηβικό σχεδόν. Με σκέψεις που δεν έχουν σειρά, μα αποκτούν μια δική τους ροή.
Οι Εκδόσεις Πατάκη, κατάφεραν να κάνουν μια πολύ καλή επιλογή με αυτό το βιβλίο. Η ποιότητά του είναι τέτοια που το καθιστά σχεδόν ασυναγώνιστο. Μαγεύει τον αναγνώστη. Τον ελκύει. Και τον τραβά συνάμα στο Παρίσι κι αλλού.
Τέλος, το βιβλίο αυτό μου υπενθυμίζει συνέχεια τον τίτλο του. Αστραφτερά Πεδία. Σαν αυτά που περιγράφονται. Σαν το σύνολο που αστράφτει.
Καλή ανάγνωση.