«Θα ξανάρθουν τα χελιδόνια» διαβάζω στο εξώφυλλο του βιβλίου κι αμέσως το μυαλό μου στήνει παιχνίδια για την ιστορία. Έχοντας μια γενικότερη γεύση από τις ιστορίες της, κανείς ξέρει εκ των προτέρων ότι το βιβλίο δεν έχει σκοπό να του χαρίσει το χαμόγελο.
Η ιστορία της Ολάνθης- όνομα και πράγμα- που προσπαθεί να σταθεί άξια στη ζωή της και να βρει την ευτυχία. Χωρίς ουσιαστική παρουσία της μητέρας της, βρίσκεται ξανά και ξανά στο δρόμο, ενώ χάνει τα χρόνια της νεότητας της περιθάλποντας ηλικιωμένους και προσπαθώντας να γεμίσει τις κενές ζωές ανθρώπων, που αγκιστρωνόταν πάνω της .
Στις σελίδες του βιβλίου αυτού δεν βρίσκεις τη ζωή των ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Δεν βρίσκεις καν την ζωή ενός και μόνο ανθρώπου –εκτός αν αυτός ο άνθρωπος ζει στο κέρατο του διάολου κι έχει όλα τα στραβά να τον κυνηγάνε. Ένας συγκρητισμός κακουχιών αποδοσμένες στο πρόσωπο της ηρωίδας.
Για την γλώσσα της Αλκυόνης τώρα. Τι να σχολιάσει κανείς; Λόγος προσεγμένος και με τα ιδιαίτερα στοιχεία μια άλλης εποχής. Σε ένα μοτίβο που δυσκολεύει αρχικά τον αναγνώστη, μα πολύ γρήγορα τον κάνει να καταλάβει την ιστορία πιο γρήγορα. Ισορροπημένη εναλλαγή μεταξύ των διαλογικών και αφηγηματικών κομματιών, ενώ είναι ευδιάκριτα τα καυστικά σχόλια της δημιουργού, που δεν αφήνουν την χαρά στον αναγνώστη και προϊδεάζουν για την ανατρεπτική κι άσχημη εξέλιξη της ιστορίας.
Αξιοσημείωτη ήταν η ταχύτατη ροή του βιβλίου. Μόλις συνήθιζες την πραγματικότητα που περιέγραφε, τότε γινόταν κάτι κι αυτοστιγμεί άλλαζαν τα πάντα. Κάθε μοτίβο, εναλλασσόταν ανά εβδομήντα σελίδες περίπου, οδηγώντας την ιστορία στην κορυφή, στο μηδέν και βαθμιαία ξανά στην κορυφή.
Από τα λίγα βιβλία που δεν θέλεις να τελειώσουν. Που σου αφήνουν μια πίκρα στο τέλος παρά το happy end. Με μια απορία γι το αν θα συνεχίσει η κακοδαιμονία της Ολάνθης. Μα κυρίως με την ελπίδα για να παραμείνει η χαρά.