Σπάνια διαβάζω αστυνομικά κι αυτό γιατί θέλουν προσοχή ιδιαίτερη και με κάνουν να χάνω τον ύπνο μου. Ψάχνω μανιωδώς τον δολοφόνο και δεν πέφτει το βλέφαρο μέχρι να κλείσει το βιβλίο. Και ψάχνω τον δολοφόνο, και ξεπετάγονται τα πτώματα, και να σου αρχίζω να τρέμω με κάθε κούνημα της κουρτίνας από το ανοιχτό παράθυρο.
Πριν λίγες εβδομάδες έλαβα το βιβλίο του Βαγγέλη. Η τέταρτη ιστορία ου επιθεωρητή από το Έρεμπρο, Άντερς Οικονομίδη. Ένα πτώμα, βρίσκεται σε ένα ξέφωτο. Η δολοφονία του δείχνει ότι δεν πρόκειται για μια απλή δολοφονία, μα για μια παγανιστική ανθρωποθυσία. Η τοπική μέταλ σκηνή, ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών», οι αρχαίοι θεοί και πλήθος ατυχών γεγονότων περιπλέκονται σε ένα μυθιστόρημα που ο επόμενος νεκρός μπορεί να είσαι εσύ.
Ο Βαγγέλης, κατάφερε να στήσει ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ. Ο ίδιος θα τρέξει να με διορθώσει και να μου υπενθυμίσει ότι πρόκειται για Σκανδιναβική Αστυνομική Λογοτεχνία. Με το πέρασμα των σελίδων ως αναγνώστης έπιασα πολλές φορές τον εαυτό μου να ανατριχιάζει και το αίσθημα του φόβου ήταν πρωτόγνωρο, αφού με κάθε λέξη μεταφερόμουν στο Έρεμπρο και ένιωθα να μυρίζω την οσμή του θανάτου που είχε καλύψει όλη την έκταση της ιστορίας.
Η «Σκιά» είναι ένα βιβλίο άρτιο. Όταν διαβάζω ένα βιβλίο με τόσο έντονα ανθρωπολογικά στοιχεία, αυτό που με ενδιαφέρει είναι να έχει προηγηθεί μια ακριβής και αξιόπιστη έρευνα. Ο Βαγγέλης, διάβασε, ενημερώθηκε, έκανε παραπομπές, έψαξε για στοιχεία, μας πρόσφερε διακειμενικότητα και αφορμές που μπορούσαμε ως αναγνώστες να εκμεταλλευτούμε. Δεν αρκέστηκε στην μυθοπλασία κι ούτε περιέβαλλε τα πάντα με τον μανδύα του δικού του φανταστικού. Προσέφερε μια βαρύτητα στον λόγο του.
Ο λόγος τώρα. Προσεγμένος. Άρτια δομημένος με πίστη στο συντακτικό και χωρίς περιττές φανφάρες που αποσκοπούν στην δημιουργία μοτίβων και καταλήγουν τρικλοποδιές στον αναγνώστη. Βαδίζει με βήματα σταθερά, λόγο καθημερινό, με ελάχιστες αστυνομικές και ιατροδικαστικές ορολογίες (άλλωστε πρέπει να δικαιολογήσει, κάπως, το αστυνομικό περιβάλλον που εκτυλίσσεται η ιστορία) και γεμίζει το βιβλίο εικόνες με τις περιγραφές του.
Πολύ έξυπνη ήταν κι η εισαγωγή ελαχίστων σχεδίων στο βιβλίο αυτό. Οι έλληνες αναγνώστες, δεν ξέρουμε τα μυστικά της Ασαρτού –οι περισσότεροι με το ζόρι αναγνωρίζουν αρχαιοελληνικά μοτίβα. Για τον λόγο αυτό, ορισμένα από τα τατουάζ που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον και σκαλί-σκαλί μας οδηγούσαν στην λύση του μυστηρίου, αποτυπωνόταν στο χαρτί ως εικόνα μετά την αναλυτική τους περιγραφή.
Ο Βαγγέλης ξέρει να γράφει. Βελτιώνεται λέξη τη λέξη και αράδα την αράδα. Είναι ένας τελείως διαφορετικό άνθρωπος από αυτόν που πρώτη φορά γνώρισα στο πρώτο του βιβλίο που διάβασα. Είναι αυθεντικός και βελτιώνεται με ταχύτατους ρυθμούς. Δεκτικός σε κάθε σχόλιο, κι έτοιμος να αναγνωρίσει τα λάθη του τα συγγραφικά. Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν έναν πραγματικά αξιόλογο συγγραφέα.