Το Ίσνταλ, η γυναίκα του και ο φίλος μου ο Γιαννίσης!

Το να διαβάσει κανείς μανιωδώς βιβλία είναι η πιο αντικοινωνική κοινωνικότητα που μπορεί να προσφέρει στον εαυτό του. Αν αυτά τα βιβλία είναι αστυνομικά, τότε του προσφέρει και κάτι ακόμη καλύτερο, την φαντασίωση και τους πιο ευφάνταστους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να πεθάνουν όλοι αυτοί που ενοχλούν την ηρεμία του (κι εννοείται πως αστειεύομαι, μα θα καταλάβετε το γιατί παρακάτω).

Όλο το καλοκαίρι, σε όποια παραλία και να βρισκόμουν, ερχόμουν αντιμέτωπος με την «Γυναίκα του Ίσνταλ» του Βαγγέλη Γιαννίση. Είτε κάποιος θα την διάβαζε, είτε κάποιος θα την συζητούσε, είτε μανιωδώς θα μου ζητούσαν να τους κάνω κονέ να τους υπογράψει ο έλληνας απόγονος της Κρίστι το βιβλίο. Εγώ, την «Γυναίκα…» την άφηνα για τα πρώτα φθινοπωρινά μου απογεύματα.

Μια γυναίκα βρίσκεται νεκρή στην κοιλάδα του Ίσνταλ κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η Αστυνομία του Μπέργκεν πολύ σύντομα έρχεται αντιμέτωπη με το αποτρόπαιο σκηνικό του θανάτου της. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα η υπόθεση αγγίζει τα όρια της τρέλας, με αντικατασκοπικές υπηρεσίες παγκοσμίας φήμης να εμπλέκονται για την εξιχνίαση και αποσιώπηση της ιστορίας που έχει συνταράξει την μικρή νορβηγική επαρχία.

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης ξέρει πώς να μας κάνει να εξαρτόμαστε από την γραφή του. Με ετήσιο ραντεβού μυστηρίου, στήνει τις ιστορίες του με τρόπο περίτεχνο. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες έχουμε πτώμα. Μας γνωρίζει τους αστυνομικούς και μέχρι το πρώτο τρίτο του βιβλίου μας εισάγει το 90 τοις εκατό των προσώπων, που όλοι έχουν σκανδιναβικά ονόματα και ακόμη και στην ανάγνωση προκαλεί μια κράμπα στην νοητή μας γλώσσα που προσπαθεί να βάλει τόσα σύμφωνα στην σειρά.

Η γλώσσα του βιβλίου ήταν στρωτή, χωρίς νοητικά άλματα και εξεζητημένη ορολογία. Η εσωτερική φωνή του βιβλίου δείχνει έναν άνθρωπο νέο, που ξέρει πώς να τοποθετήσει τις ιστορίες του στην κατάλληλη εποχή αναλογιζόμενος πάντα ότι το βιβλίο αυτό θα διαβαστεί σήμερα.

Συντακτικά και γλωσσολογικά, αυτή την φορά ήταν απόλυτα άρτιο, με τις ελάχιστες πιθανές περιπτώσεις λάθους να διαφεύγουν πανεύκολα της προσοχής του αναγνώστη. Η σελιδοποίηση έγινε με τρόπο σωστό, χωρίς να δημιουργεί γραμματικά κενά και χάσματα.

Μεγάλη έκπληξη ήταν η αλλαγή σκηνικού και χώρας. Στην «Γυναίκα…» αφήσαμε τα γνωστά σουηδικά λημέρια και αρχίσαμε την περιπλάνηση στα νορβηγικά φιόρδ, που όπως ήρθαν τα πράγματα στο τέλος, μόνο φιλόξενα δεν τα λες. Οι αρχικές μου αμφιβολίες ως προς αυτή τη χωροχρονική αλλαγή  εξανεμίστηκαν σχεδόν αμέσως, μιας και ο Γιαννίσης κατάφερε να σταθεί κύριος αφηγητής της ιστορίας και να διαμορφώσει τα πάντα σε ένα λογικό πλαίσιο που όλα έμοιαζαν οικία.

Το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι από τα μαστ της εποχής. Βέβαια δεν μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι είναι επιτυχημένο μάστ, αφού πολλές φορές οι μετρ του είδους με την μανιώδη τάση τους στην καταδίωξη του νουάρ, αποτυγχάνουν παταγωδώς. Αντίθετα, ο Βαγγέλης, διατηρώντας την Μεσογειακή νωχέλεια σε σημεία, δημιουργεί το σκανδιναβικό μυστήριο με τρόπο οικείο και πιο αλέγκρο στα μάτια ενός έλληνα αναγνώστη.

Ένα τελευταίο σχόλιο ως προς την πλοκή. Είναι πολύ απαιτητικές οι συνθήκες όταν επιλέγεις να εμπλέξεις την μυθοπλασία με τα ιστορικά γεγονότα. Πρέπει να σταθείς με σεβασμό και να είσαι σίγουρος ότι δεν θα θίξεις ευαίσθητες πτυχές των γεγονότων. Δεν ξέρω κατά πόσο κατάφερε ο Βαγγέλης να σταθεί αμερόληπτος στα ιστορικά γεγονότα κατά την κρίση των νορβηγών ιστορικών, μα ως αναγνώστης δεν ένιωσα καμία προσπάθεια για αλλοίωση της ιστορίας, παρά μόνο μια τάση προσθήκης για να δοθεί μια ολοκληρωμένη  λογοτεχνική θεωρία για την γυναίκα που απασχόλησε τα ενημερωτικά μέσα κατά τον περασμένο αιώνα.

«Η γυναίκα του Ίσνταλ» είναι ένα βιβλίο που δεν ήθελα να αφήσω από τα χέρια μου. Κάθε σελίδα έτρεχε στα μάτια μου και κάθε λέξη ήταν τόσο όμορφα δοσμένη που κατάφερνε να με μεταφέρει νοητά στον πυρήνα των γεγονότων. Μπορεί να είμαι ιδιαίτερα φανατικός με την αστυνομική λογοτεχνία, μα το σίγουρο είναι ότι ένα ράφι στην βιβλιοθήκη μου είναι ρεζερβέ για τα βιβλία του Γιαννίση!

Σχολιάστε