Από την αρχή της ενασχόλησής μου με τα όσα γράφω, δεν θέλησα ποτέ να καταπιαστώ με τον κινηματογράφο. Πάντα ήμουν πολύ επιλεκτικός. Συγκεκριμένες νόρμες, ακόμη πιο συγκεκριμένοι ηθοποιοί. Νοτιοευρωπαϊκές παραγωγές, καθόλου φεστιβαλικές. Αυτά που δεν άρεσαν στους πολλούς και «εκλεκτούς» τα θεωρούσα διαμάντια και πάντα μου κρατούσαν συντροφιά σε πολλές εκφάνσεις της ζωής μου. Μα έρχεται η ώρα που δεν μπορώ να κρατήσω τα όσα σκέφτομαι για μια τόσο υπέροχη δουλειά!
Η μαντάμ Ρόζα είναι πρώην πόρνη που για να ζήσει προσέχει και παίρνει υπό την προστασία της παιδιά άλλων γυναικών. Με αυστηρότητα και αγάπη τα φροντίζει και πολλές φορές καταλήγει να τα μεγαλώνει, μαθαίνοντάς του να αγαπούν την ζωή και την προσφορά, γαλουχώντας τα στις αρετές που ο πολιτισμός των επιτάσσει. Τελευταίο παιδί που θα αναλάβει είναι ένα αγόρι από την Σενεγάλη, αντιδραστικό και με πλήθος άλλων παραβατικών συνηθειών.
Στο «La vita davanti a sè» η Σοφία Λόρεν μας δίνει μαθήματα γενικώς. Στα 86 της χρόνια καταφέρνει να σταθεί επάξια σε έναν ρόλο τόσο απαιτητικό και συνάμα συναισθηματικά φορτισμένο. Αφήνοντας τον χρόνο που την άγγιξε και παραμερίζοντας τις δάφνες της επιτυχίας που την πλαισίωναν όλα αυτά τα χρόνια, στήνει μια δική της, ολοκαίνουργια περσόνα. Μιλά και νιώθει, ενσωματώνεται στις σκηνές που παίζει και μας μαθαίνει τι θα πει να είσαι ηθοποιός παλιάς κοπής σε μια βιομηχανία που καταρρέει ποιοτικά χρόνο με τον χρόνο.
Στην εποχή των blockbusters, ένα βιβλίο του 1976 παίρνει εικόνες και χρώματα για να προβληθεί στην μικρή οθόνη. Το Netflix, αξιοποιώντας την φήμη και τα κέρδη που έχει αποκτήσει άρχισε να επενδύει σε θρύλους του διεθνούς θεάματος που θα του αποφέρουν τα μέγιστα σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα. Συγκεκριμένα, εκτός της προαναφερθείσης Σοφία Λόρεν (μην αρχίσετε για γενικές και κλίσεις, είναι ιταλικό το όνομα), φέρνει στο καστ τον εξαιρετικό Ρενάτο Καρπιεντιέρι και την τρανς ηθοποιό ισπανικής καταγωγής Άμπριλ Σαμόρα σε ρόλους δευτεραγωνιστικούς, βαρύνουσας σημασίας για την εξέλιξη της ιστορίας, ωστόσο.
Δεν γίνεται, εκτός σχολιασμού, να αφήσω τον μικρό Ιμπραχίμα Γκεγιέ. Ο βασικός χαρακτήρας της ιστορίας και αυτός που καταφέρνει να δώσει την πιο αισιόδοξη νότα στο τέλος τής τόσο φορτισμένης ιστορίας. Ο Μόμο, με τις τάσεις κλοπής, διακίνησης ναρκωτικών και τόσων άλλων, μας φτιάχνει το μωσαϊκό που θέλει την παιδική αθωότητα και τα αποθέματα αγάπης να υπερτερούν όλων των αρνητικών στοιχειών, παραμερίζοντας έννοιες όπως φυλετική ή θρησκευτική διάκριση και δίνοντας το μήνυμα ότι η παιδική υπόσχεση είναι πιο δυνατή κι από έναν όρκο που λαμβάνεται για να προασπίσει τα συμφέροντα της Καμόρα.
Σε μια ιστορία που η πορνεία, το Αλτσχάιμερ, το τράφικινγκ, τα ναρκωτικά, οι συμμορίες και το ολοκαύτωμα συνδυάζονται αρμονικά και δίνουν τον χώρο στις ιδέες να αναπτυχθούν, κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος. Χωρίς διδακτισμούς και δάκτυλα που κουνιούνται μπρος στα πρόσωπά μας, υποδεικνύοντας τα σωστά και τα λάθος, με γνώμονα την ζωή και τα βιώματα μας δίνεται η αίσθηση της συμμετοχής στα όσα λαμβάνουν χώρα. Ένα μάθημα νεώτερης και σύγχρονης ιστορίας, μια ηθογραφική απεικόνιση των όσων συμβαίνουν γύρω μας και συνάμα μια υπενθύμιση του ανθρωπισμού που χάνουμε μέρα με την μέρα.
Γνωρίζω ότι πολλοί από εσάς που διαβάζετε το κείμενο αυτό δεν θέλετε να δείτε κάτι στενάχωρο. Δεν αντέχετε ψυχολογικά να σηκώσετε το βάρος μιας ιστορίας που, δυστυχώς, αναπόφευκτα θα σας πληγώσει. Μα κάντε μια προσπάθεια, κι είμαι σίγουρος ότι θα ανταμειφτείτε.
Καλή θέαση!
trailer: