Είμαι από τους ανθρώπους που δεν γκρίνιαξα για την πανδημία και τον εγκλεισμό. Μου λείψανε πολλά πράγματα. Πεθύμησα τους ανθρώπους που αγαπώ. Τις βόλτες στους δρόμους και τον καφέ σε αγαπημένες γωνιές, μα και πάλι όχι στον βαθμό που θα βλαστημούσα γι όλα αυτά. Για το μόνο που με πήρε από κάτω, ήταν το θέατρο. Που δεν μπόρεσα να πάω, να χαρώ την αίσθηση του να βρίσκομαι κάτω από την σκηνή κι οι άνθρωποι απέναντί μου να δίνουν ψυχή και σώμα για να μεταμορφωθούν σε κάποιον που δεν είναι, σε κάτι που, προφανώς, δεν θα γίνουν.
Μέσα σε αυτή την απόγνωση κατέφυγα σε κάτι που μισώ. Την παρακολούθηση παράστασης μέσω διαδικτύου. Και για να εξηγήσω, δεν θεωρώ ότι οι ηθοποιοί κάνουν κάτι λιγότερο, αλλά, δυστυχώς, λείπει το θεατρικό αίσθημα. Η προετοιμασία, ο δρόμος, ο χαιρετισμός στα εισιτήρια και ο άλλος με την ταξιθέτρια, η μυρωδιά της υγρασία και του ξύλου της σκηνής και τόσα άλλα. Παράσταση, από την Alpha Square για τις δράσεις του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου.

Ο Ανδρέας Αραούζος, υπό την καθοδήγηση του Φώτη Αποστολίδη εμφανίζεται και αρχίζει να απαγγέλει ποιήματα του Καρυωτάκη. Κάθε ποίημα και μια πράξη. Μια οπτική. Ένα ταξίδι στους χώρους μιας Γκαλερί της Κύπρου, που μου διαφεύγει αυτή την στιγμή και ζητώ να με συγχωρήσετε.
Με λόγο στιβαρό και ρυθμικό, τα λόγια του Καρυωτάκη απέκτησαν πρόσωπο. Ποιήματα και επιστολές που ερμηνευόταν από τον Ανδρέα, η σοβαρότητα του οποίου και η κινησιολογική του σταθερότητα μας καθήλωσαν και πολλές φορές μας έφερναν εικόνες από τον ίδιο σκυθρωπό Καρυωτάκη στις φωτογραφίες που έχουμε δει στο πέρασμα των χρόνων.
Παρότι διαδικτυακή προβολή, η εξαιρετική τηλεσκηνοθεσία του Νίκου Μυλωνά μετέφερε όλη την παράσταση στο σαλόνι μας, ή καλύτερα, μετέφερε εμάς στο σαλόνι της παράστασης. Με μια έκταση του χεριού, νόμιζες ότι μπορούσες να πιάσεις τον Ανδρέα, να του χαϊδέψεις τρυφερά το μάγουλο. Σε λιγότερο από 40 λεπτά, το μυαλό μας έφυγε και ταξίδεψε στο μικρό νομαρχιακό γραφείο στην Πρέβεζα, όπως αυτό περιγράφηκε μέσω των επιστολών του ποιητή.

Σε λιγότερο από 40 λεπτά, ο Αραούζος κατάφερε να πάρει την θλίψη τόσων μηνών που απέχω από τις θεατρικές σκηνές. Στάθηκε κύριος απέναντι σε ένα έργο που το μόνο που χρειαζόταν ήταν η ανθρωπιά απέναντι σε έναν δημιουργό που πόνεσε επειδή φοβήθηκε να αγαπηθεί, όπως θα ήθελε.
Σε λιγότερο από 40 λεπτά, ο Αραούζος έκανε ένα περίπατο στα σημαντικότερα ποιήματα της σύγχρονης λυρικής ποίησης. Μίλησε με την κατάθλιψη. Εξέφρασε τον πόνο και την αηδία μεταφέροντας αυτά που ο ίδιος ο ποιητής μας άφησε παρακαταθήκη και κανείς δεν τόλμησε να δραματοποιήσει μέχρι στιγμής, αρκούμενοι όλοι στην υστεροφημία που θα δόξαζε ακόμη και μια απλή ανάγνωση.
Σε λιγότερα από 40 λεπτά, ο Αραούζος μας έδειξε τα όσα ενδεχομένως σκεφτόταν ο ίδιος ο Καρυωτάκης πριν αυτοκτονήσει. Ένα ταξίδι στην ζωή, μια επιστολή ενός μελλοθάνατου. Και τόσες στιγμές που ο ίδιος πέρασε δημιουργώντας όλα αυτά που θα συντρόφευαν τις προηγούμενες, την δική μας και τις επόμενες γενιές.

Το πρωί με τον κύριο Αραούζο θυμηθήκαμε την πρώτη θεατρική επαφή που είχαμε. Εγώ στα πρώτα μου βήματα τότε, αυτός σκηνοθέτης με τον Μιλτιάδους στο τότε BlackBox της Θεσσαλονίκης, σε ένα έργο της Κιτσοπούλου. Όλα αυτά τα χρόνια μάθαινα για τις δουλειές του. Δεν μπορούσα να τις παρακολουθήσω. Μέχρι χθες.
Όλα αυτά τα χρόνια θαυμάζω έναν καλλιτέχνη που δημιουργεί στον τόπο του. Που υπηρετεί τα ιδανικά μιας τέχνης που πολλοί εκμεταλλεύτηκαν ως μέσο πλουτισμού. Στην εποχή του εύκολου, ο Αραούζος αναμετράται με θρύλους και συμμετέχει σε παραστάσεις που με το όνομά του μόνο ξέρουμε ότι αξίζουν να τις δούμε. Κι όλα αυτά είναι αρκετά για να πω ότι ο θαυμασμός μου άξιζε όλα αυτά τα χρόνια.
Και κάπως έτσι θα κλείσω το κείμενο αυτό. Με την αγάπη και τον θαυμασμό. Την συγκίνηση για την δουλειά που παρακολούθησα και τον κόμπο απέναντι στο δέος της δημιουργίας ενός ανθρώπου με τόσο πάθος.
Καλή θέαση!
Περισσότερα για την παράσταση:
Καρυωτάκης: Στη σκιά των (τελευταίων) ωρών