«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου»
Μεγάλη Πέμπτη και στην πόρτα με τις σιδερένιες βέργες κρεμούσε πάντα ένα κόκκινο πανί. «Σαν αυτά που όλη η Θεσσαλονίκη κρεμούσε στα μπαλκόνια την Kόκκινη Πέμπτη». Ένα μικρό κομμάτι από κόκκινη φόδρα, προσεγμένο να μην το φάει ο σκόρος, φυλαγμένο στο πρώτο συρτάρι της ντουλάπας. Πρώτα το πανί, μετά τα αυγά. Με μπογιά για τα ρούχα, μην βάψουν μέσα.
«ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας.»
Σε μια κατσαρόλα με μπόλικο νερό και λίγη κόκκινη βαφή βουτούσε τα αυγά. Τα μάζευε πάντα με προσοχή και τα καθάριζε. Τα αποθήκευε στις θήκες του ψυγείου και σε τάπερ που είχε μόνο για αυτή την περίσταση. Τα μικρά θα πήγαιναν για τα τσουρέκια. Τα μεγάλα για βάψιμο. Μόνο τα λευκά. Να πιάσει καλά η μπογιά και να ραγίσει όμορφα στο τσούγκρισμα.
«Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων βασιλεύς.»
Μια ζωή σπαρμένη με αγκάθια. Από μικρή ορφανή. Από μικρή και χήρα. Με κομμένες τις φτερούγες να αγωνίζεται κάθε μέρα να ζήσει. Αδέρφια, παιδί. Με κομμένες τις φτερούγες να προσπαθεί να πετάξει ψηλά, να φτάσει τον άντρα που αγάπησε, να του πει τα νέα και να καμαρώσουν μαζί τα όσα η ίδια πέτυχε χωρίς αυτόν, γι αυτόν.
«Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται ὁ περιβάλλων τόν οὐρανον ἐν νεφέλαις.»
Μια ζωή βουτηγμένη στο μαύρο. Το βαρύ πέπλο του πένθους. Αυτό που οι άνθρωποι το ντύνονται και το κάνουν λάβαρο, το κρεμάνε στα σπίτια τους και δεν το αποκαθηλώνουν ποτέ. Ένα λάβαρο για την θλίψη και τον πόνο που απλόχερα προσφέρει μια ζωή που φεύγει. Ένα σύννεφο που καλύπτει τις ζωές και δεν αφήνει τον ήλιο να συναντήσει τους ανθρώπους.
«Ράπισμα κατεδέξατο ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ.»
Και να που τελικά, κι η ίδια κατάφερε να ελευθερωθεί. Να πετάξει και να συναντήσει τα πρόσωπα που αγάπησε. Να πιάσει μια καλή θέση να κοιτάει και να προσέχει αυτούς που η ίδια «ανέστησε». Και τα χτυπήματα του παρελθόντος, χάθηκαν, όπως η πνοή αφήνει ένα σώμα που χάνεται.
Και τελικά, οι Πέμπτες του χρόνου γίνονται Μεγάλες και το κόκκινο πανί δένει τις αναμνήσεις μας σε κόμπο ματωμένο.
Καλή Ανάσταση!
Πίνακας: «Η Σταύρωση», Rembrandt Harmenszoon van Rijn