Όταν ο κόσμος μας σπάει πιο εύκολα από το γυαλί που είναι φτιαγμένος!

Είναι μερικά έργα που αγαπιούνται πολύ. Τα αγαπούν οι καλλιτέχνες. Τα αγαπούν, ακόμη περισσότερο, οι θεατές. Δεν αποτελούν απλά το mainstream, αλλά έχουν μια ιδιαίτερη θέση και εξαρχής υπόσχονται την επιτυχία. Η υπόσχεση μετατρέπεται σε δεδομένο όταν οι συντελεστές χαρακτηρίζονται από επαγγελματισμό.

Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί ο «Γυάλινος κόσμος». Όλοι έχουμε αγαπήσει την ιστορία της μικρής Λόρα, που διάλεξε να ζει περιστοιχισμένη από τις γυάλινες φιγούρες της. Κατανοήσαμε την ανάγκη του αδερφού της να σπάσει τα «δεσμά» μιας δεσποτικής μητέρας. Νιώσαμε τον φόβο της μητέρας που κατέληξε ψύχωση. Και στο τέλος, απολαύσαμε τις αστραπές που φώτιζαν, αντί κεριών τον κόσμο.

Στην σκηνοθεσία της παράστασης, ο Γιώργος Νανούρης. Πήρε στα χέρια του ένα έργο κλασσικό, κράτησε τους χαρακτήρες, το έντυσε με πρόσωπα, που τα τελευταία χρόνια μας έχουν αποδείξει την αξία τους σε κάθε στέρεο βήμα που κάνουν στο θεατρικό σανίδι, και με ματιά αφαιρετική εξύψωσε το αλληγορικό περιεχόμενο του λόγου του Ουίλιαμς και το μετέτρεψε σε μια παράσταση που βρίθει από στοιχεία της καθημερινότητας, ως ένας παραμορφωμένος αντικατοπτρισμός -στα πλαίσια της υπερβολής- της ζωής ατόμων με λιγότερη δυναμική.

Η Λένα Παπαληγούρα, ως Λορα, μας δίδαξε την ζωή των ατόμων με την λιγότερη δυναμική. «Μπήκε στα παπούτσια» της ηρωίδας, περπάτησε με το χωλό της βήμα. φοβήθηκε και ένιωσε τους φόβους της. Η Παπαληγούρα έχει μια μοναδική αύρα όταν παίζει. Από την Κατερίνα στην Ιφιγένεια, από τον Μικρό Πρίγκηπα στην Λόρα, μεταπηδά από την δυναμικότητα της χειραφετημένης γυναίκας, στο παιδί και μετά στον ευμετάβλητο χαρακτήρα ενός αδύναμου ψυχικά ατόμου με ευκολία που θα ζήλευε ακόμη και ο πιο έμπειρος ηθοποιός.

Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής, είναι άλλη περίπτωση. Ως Τομ, κατάφερε να γεμίσει ένα τεράστιο θέατρο με την έντασή του και να μας πνίξει με την οργή, την αγανάκτηση και την απελπισία του. Είναι από τους ηθοποιούς που κάθε χρόνος που περνά, μας απασχολούν όλο και περισσότερο με τα όσα καταφέρνουν να κάνουν.

Η Άννα Μάσχα ήταν μια έκπληξη. Μεταφέρθηκε σε μια άλλη εποχή. Πλανήθηκε στην σκηνή, έρμαιο των όσων είχε ζήσει η μητέρα των δύο παιδιών, βίωσε την εγκατάλειψη και την παθογενή προσκόλληση στα παιδιά της. Αγκιστρώθηκε σε κάθε ευκαιρία που αναζητά μια μητέρα για να ελευθερωθεί από το παρελθόν της, από την καθημερινότητα, από την στασιμότητα των παιδιών της, από την προσπάθεια να τα οδηγήσει στο σωστό, καταλήγοντας νευρωτική και ηγεμονική ταυτόχρονα.

Τέλος, ο Αναστάσης Ροϊλός. Ο επισκέπτης που ήρθε για να δώσει στην Λώρα την ελπίδα να ζήσει και να αγαπήσει τον εαυτό της. Ο Ροϊλός είναι ένα πραγματικό ταλέντο που είχα την τύχη να γνωρίσω φέτος -αν εξαιρέσουμε την τηλεοπτική του πορεία- και ομολογώ ότι με εκπλήσσει με την ευγένεια που αντιμετωπίζει τον κάθε ρόλο και με την καθηλωτική φωνή που χαρίζει στους χαρακτήρες που ενσαρκώνει. Είναι μια περίπτωση ηθοποιού που καταφέρνει να κρατήσει την αυθεντικότητα του πρωταγωνιστή, χωρίς να στερήσει από αυτόν την δική του προσωπική πινελιά.

Αξιοζήλευτο κομμάτι της παράστασης ήταν η σκηνογραφία. Ο τρόπος που απεικονίστηκε η γυάλινη συλλογή με λάμπες, κατάφερε να μας μεταφέρει ακόμη περισσότερο στο πνεύμα του έργου, που δεν είναι άλλο από το να μας κάνει να αντιληφθούμε ότι ο κόσμος που χτίζουμε γύρω μας είναι εύθραυστος και μια στιγμή αρκεί για να καταστραφεί.

Ο «Γυάλινος Κόσμος» είναι μια παράσταση που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς. Και ζωντανή απόδειξη, το κοινό της Θεσσαλονίκης που την αγκάλιασε και γέμισε το θέατρο, παρά τις αντίξοες συνθήκες που βιώνουμε, προβάλλοντας την αγάπη και την ανάγκη του κόσμου να έρθει σε επαφή με ποιοτικό θέατρο που τόσο έχει λείψει από τις ζωές όλων μας.

Καλή θέαση!

Σχολιάστε