Η βραδιά που η Ευανθία Ρεμπούτσικα δίδαξε τι θα πει τέχνη!

Σε τέτοιου είδους κείμενα είθισται να ξεκινάμε με το πόσο εκτιμούμε την εργογραφία του πρωταγωνιστή -στην παρούσα την δισκογραφία της. Να γράφουμε στην συνέχεια πόσο μαγεμένοι νιώθουμε κάθε φορά που ακούμε τις νότες να βγαίνουν από το βιολί και τις μνήμες που μας ξυπνά η μουσική που έχει ντύσει τόσες και τόσες αναμνήσεις μας. Και στο τέλος, εννοείται να υμνούμε κάθε δημιουργό για τα όσα υπέροχα μας έχει χαρίσει, που ναι μεν ισχύει, αλλά είναι τόσο περιοριστικό όταν η τέχνη μέσα σε λίγες ώρες καταφέρνει να μετουσιωθεί σε νέα βιώματα που απλά αντικαθιστούν τα παλιά και λαμβάνουν νέες διαστάσεις στην ψυχή του κάθε θεατή.

Κάπως έτσι, εκτυλίχθηκαν και τα πράγματα το προηγούμενο Σάββατο στην συναυλία της Ρεμπούτσικα στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Πήγαμε, καθίσαμε, ακούσαμε και νιώσαμε συναισθήματα που διόγκωσαν τα όσα ήδη αισθανόμασταν, τα μετέτρεψαν και τους χάρισαν μια νέα υπόσταση και δυναμική και μας έκαναν να φύγουμε πιο πλήρεις, πιο άνθρωποι.

Μουσικές και μελωδίες που έχουν σημαδέψει διάφορες φάσεις της ζωής μας και κατά βάση τις γνωρίσαμε από κινηματογραφικές παραγωγές και καλλιτέχνες που έδωσαν φωνή στους στίχους που τις συμπλήρωσαν. Από την «Αλεξάνδρεια» και τον «Σταθμό» στο «Άρωμα Κανέλλας» μια βραδιά όπου η μνήμη και το συναίσθημα κατάφεραν να αφυπνιστούν και να μας θυμίσουν ότι ως άνθρωποι έχουμε ανάγκη το ωραίο για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε στον άγριο αυτό κόσμο και τους δυσοίωνους καιρούς που μας κυκλώνουν κάθε μέρα.

Με δύο κουβέντες για την προσφυγιά και ένα ποίημα του Σεφέρη και μια μικρή πολιτική-ειρηνευτική τοποθέτηση. Τόση, όση για να μας θυμίσει ότι οι άνθρωποι είμαστε έρμαια της επανάληψης λαθών που μας φέρνουν αντιμέτωπους με την απώλεια, την προσφυγιά και τον πόνο. Και μετά, άφησε την μουσική της να γεμίσει την κατάμεστη αίθουσα και να ξυπνήσει τον λυγμό.

Μια παρουσία απλή και λιτή. Σαν αερικό πάνω στην σκηνή, πλανιόταν ανάμεσα στους μουσικούς. Πολλές φορές τους έδινε την «πρωτοκαθεδρία» των κομματιών και άφηνε το ταλέντο αυτών των ανθρώπων να αναδειχθεί. Εμψύχωνε τα παιδιά της συμφωνικής ορχήστρας «ΜΟΥΣΑ» και με σεβασμό στις οδηγίες του μαέστρου ακολουθούσε κι η ίδια, χωρίς βεντετισμούς και τάσεις να αναδειχθεί η ίδια, που όλοι ξέραμε εκεί μέσα την αξία της.

Και γεμάτη πάθος. Να παίζει και να γεμίζει ταυτόχρονα όλο τον χώρο. Να αφήνει την σκηνή και να ακολουθεί τους διαδρόμους ανάμεσα στο πλήθος. Και όλα αυτά χωρίς να κοιτάει ούτε μια νότα στο αναλόγιό της. Χωρίς να φεύγει ούτε μία νότα. Σαν γνήσια «μάνα» που ήξερε κάθε, μα κάθε πτυχή των γεννημάτων της.

Μια υπέροχη στιγμή, που όσο περνάνε οι μέρες μεστώνει. Κι ένα χαμόγελο τόσο ζεστό και γνήσιο που φαινόταν μέχρι και τον μακρινό μου εξώστη, στην μοναξιά του οποίου η Ευανθία Ρεμπούτσικα μας θύμισε ότι κανείς δεν είναι μόνος όταν υπάρχουν άνθρωποι που μοιράζονται ίδια συναισθήματα με μουσικές που χαϊδεύουν τους ακροατές και μας γεμίζουν θαλπωρή.

Σχολιάστε