Χαρταετοί με όνειρα!

Καθαρά Δευτέρα, πιάναμε στα χέρια τους χαρταετούς και βρίσκαμε καταφύγιο σε ένα χωράφι, ψηλά πάνω σε ένα λόφο. Ήταν το μυστικό της επιτυχίας για κάθε απογείωση, παρότι πάντα το πέταγμα αυτό ήταν μοναχικό και περιοριζόταν στα τέσσερα άτομα που βρισκόμασταν εκεί. Και ένα τρεχαλητό χωρίς σταματημό, μέχρι να πιάσει ο αετός να σηκώνεται και να φεύγει μακριά. Τόσο, όσο του επιτρέπαμε.

Η μαγεία κάθε χρόνο ξεκινούσε πολύ νωρίτερα. Εμείς, ωστόσο δεν το ξέραμε. Ήταν η έκπληξη που κάθε χρόνο μας περίμενε και κάθε χρόνο περιμέναμε. Καλάμια καλά τριμμένα που ξεραινόταν στις όχθες μιας τεχνητής λίμνης στον απόηχο του χειμώνα και ξερασμένα από βαλτωμένους χειμάρρους. Κομμένα στην μέση και τοποθετημένα σε σταυρούς μέχρι να σχηματίσουν οκτώ ακτίνες. Όλα σχεδόν το ίδιο κομμένα και με την ίδια μικρή γραμμή να σχηματίζει στις άκρες τους την θέση του οικοδομικού σπάγκου που θα αποτελούσε το όριο των πλευρών.

Μετά ερχόταν η επένδυση. Χαρτί και κόλλα. Εφημερίδες, περιτυλίγματα από τις φρυγανιές του Βοσινάκη, φυλλάδια από σούπερ μάρκετ, χαρτί περιτυλίγματος ή αν άντεχαν τα πόδια την διαδρομή, τραπεζομάντηλο από το κοντινό καφενείο. Μια εικόνα που στα μάτια σας μπορεί να μην είναι εντυπωσιακή, αλλά έκανε κάθε χαρταετό μας ξεχωριστό, αφού δεν έμοιαζε με τους φασόν κλόουν και τους χιλιοζωγραφισμένους ήρωες.

Και στο τέλος, τα ζύγια κι η ουρά. Εκεί ήταν το δύσκολο. Να τα μετρήσεις. Να «ζυγίσεις» το βάρος και να κόψεις εκεί που πρέπει. Να τα δέσεις και να μην τα λυπηθείς. Ένα χιλιοστό κι ο χαρταετός θα έμενε για πάντα στην γη. Δεν το ήθελε αυτό ο παππούς για τα εγγόνια του. Και έφτιαχνε τις λωρίδες. Και άπλωνε τις ουρές να μην μπερδευτούν. Και τέντωνε του σπάγκους και έβλεπε τα τρίγωνα που σχημάτιζαν.

Άλλη υπομονή και τεράστια τέχνη. Και πάντα με επιτυχία.

Στο χωράφι που βρίσκεται πάνω στον λόφο ήμασταν συνήθως τέσσερα άτομα. Οι αετοί μας ήταν πάντα ίδιοι και πάντα διαφορετικοί. Τρέχαμε στα ξερά χόρτα και αυτοί έπαιρναν ύψος. Έφευγαν μακριά κι εμείς από κάτω τους βλέπαμε και χαιρόμασταν. Πετούσαν ελεύθεροι, όσο τους αφήναμε. Μα, πάντα τους τραβούσαμε πίσω, όσο κι αν αυτοί αντιστεκόταν.

Ο παππούς κάθε χρόνο έχανε την δύναμη και την γνώση. Κάθε χρόνο κι ένας χαρταετός λιγότερος. Άτιμο πράγμα να χάνεις την γνώση. Σαν να χάνεις ένα τάμα στον άνθρωπο που αγαπάς. Και όταν άνθρωπος είναι σε νεαρή ηλικία το τάμα πάει πακέτο με την μνήμη. Και χάνονται και τα τρία μαζί, τάμα, γνώση και μνήμη.

Ο τελευταίος χαρταετός ήταν ένα μικρό σχετικά οκτάγωνο από καλάμια. Στην άκρη τους είχαν μια μικρή χαρακιά, όπου κούμπωνε σπάγκος οικοδομικός και ένωνε τον σκελετό του. Το χαρτί του ήταν ένα λευκό τραπεζομάντηλο καφενείου με κόκκινα λουλούδια και πράσινους μίσχους. Η ουρά από συσκευασίες φρυγανιών Βοσινάκη και φυλλάδια σούπερ-μάρκετ. Στο τελευταίο του πέταγμα, το σχοινί του κόπηκε κι ο αετός βρέθηκε μετά από μέρες τσακισμένος πάνω σε μια βελανιδιά.

Το όνειρό του ήταν να πετάξει. Μα η μοίρα ήθελε να τσακίσει από μια πτώση, σαν τις τσακισμένες από την αρρώστια μνήμες του ανθρώπου που πήρε τα υλικά και τους έδωσε «ζωή». Μα όσο και να παλεύει ο χρόνος, το ταξίδι του δεν ήταν μάταιο. Έμεινε μια ανάμνηση.

Καλά κούλουμα!

ΥΓ. για όλους τους ανθρώπους που θέλησαν να δώσουν φτερά στα όνειρα των αγαπημένων τους και για τις αναμνήσεις που κουβαλάμε μια ζωή. Μακάρι οι λέξεις να δεθούν σε έναν χαρταετό και να τους φτάσουν.

φωτογραφία: «Χαρταετός» του Γιάννη Μαγκανάρη

Σχολιάστε