In memoriam: Μεγάλη Πέμπτη

«Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου»

Πάνω στο ξύλινο τραπέζι με το πετρογκάζ, το νερό έβραζε. Τα αβγά ήταν προσεκτικά τοποθετημένα μέσα στα τάπερ από το προηγούμενο βράδυ, στο πάτωμα της κουζίνας, να πάρουν θερμοκρασία δωματίου. Με την σειρά και ένα ένα, τα έπλενες και τα ακουμπούσες στον νεροχύτη από ροζ μωσαϊκό. Να είναι πεντακάθαρα, να μην έχουν ατέλειες πάνω τους.

«ὁ ἐν ὕδασι τήν γῆν κρεμάσας.»

Σε ένα μικρό ποτήρι με νερό, έλιωνες μια μικρή κουταλιά μπογιά για ρούχα. Κόκκινη. Στην μύτη η κουταλιά. Να μην βγει σκούρο το χρώμα. Τόσο, όσο. Και να μην περάσει στο ασπράδι. Μην το λερώσει. Κόκκινο απ’ έξω. Του αίματος. Λευκό το εσωτερικό. Της αγνότητας. Κίτρινο το κέντρο. Του μίσους.

«Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων βασιλεύς.»

Τα χέρια σου έτρεμαν από τα γεράματα. Δεν ήταν και λίγα τα όσα πέρασαν. Από δώδεκα χρονών, μια ζωή στα αγκάθια. Θα μεγαλώσεις οικογένεια, πριν προλάβεις να μεγαλώσεις εσύ στην ορφάνια σου. Και μετά ο εμφύλιος. Και να θρέψεις, εν αγνοία σου, πάλι, τους ξεσπιτωμένους που περνούσαν τις μέρες τους στα αγκάθια και τις νύχτες σού έκλεβαν τα όσα μέσα στην μέρα μόχθησες.

«Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται ὁ περιβάλλων τόν οὐρανον ἐν νεφέλαις.»

Την Μεγάλη Πέμπτη στόλιζες την πόρτα με ένα κόκκινο πανί. Όπως έκανες τα χρόνια που δούλευες στην Θεσσαλονίκη. Κάθε χρόνο μας έλεγες αυτήν την ιστορία. Και κάθε χρόνο το ίδιο πανί από κόκκινη φόδρα. Για το αίμα που χύθηκε για την σωτηρία. Να το πάλι το αίμα. Για την ελπίδα της ανάστασης.

«Ράπισμα κατεδέξατο ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ.»

Δεν θα μάθω ποτέ αν ο θάνατός σου ήταν η ελευθερία σου. Δεν θα καταφέρω να γνωρίσω, πριν από τον δικό μου θάνατο, αν τα όσα προσέφερες ήταν αρκετά για να πληρώσουν τον δικό σου φόρο. Αν το αίμα σου, που πάγωσε, έφτασε για να καλύψει αυτό που χύθηκε από μια λόγχη. Μα πάντα θα είσαι αυτή που ελευθέρωσε την αγάπη για όσους σε γνώρισαν.

Σχολιάστε