Κάθε καλοκαίρι η μεγάλη θεατρική παράδοση του παρελθόντος ζωντανεύει και, για καλή μας τύχη, ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα, όπου μπορούν να βρεθούν υπαίθρια θέατρα. Μια τέτοια περίπτωση σταθμού ήταν και η χθεσινή παράσταση της «Ηλέκτρας» στα Νέα Μουδανιά Χαλκιδικής, όπου το Ευριπίδειο δράμα ζωντάνεψε μπρος στα μάτια εκατοντάδων θεατών.
Η Ηλέκτρα, αποδιωγμένη από το παλάτι μετά τον γάμο της Κλυταιμνήστρας με τον Αίγισθο, παντρεμένη με ένα χωρικό, βαρυγκωμά για την μοίρα της, όταν τυχαία συναντά τον Ορέστη, φυγαδευμένο από νήπιο, και αρχίζουν να καταστρώνουν την αποκατάσταση της αδικίας. Τα δύο αδέρφια, καθοδηγούμενα από τον χρησμό του Απόλλωνα, με συνεργούς τον άνδρα της Ηλέκτρας και τον Πυλάδη, φίλο του Ορέστη, διαπράττουν την διπλή δολοφονία της μητέρας τους και του δεύτερου συζύγου της, ερχόμενοι στο τέλος αντιμέτωποι με τις τύψεις για την βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξαν.
Η Μαρία Κίτσου στην χθεσινή παράσταση δίδαξε στο κοινό τι θα πει αρχαίο δράμα. Με την ένταση και τον πόνο που βγάζει η φωνή της, με επαγγελματισμό και συνέπεια στον λόγο του Ευριπίδη, με σεβασμό στην προσωπικότητα της Ηλέκτρας και, κυρίως, με πάθος και αγάπη για αυτό που κάνει, συνεπήρε το κοινό με την ερμηνεία της και μετέφερε τον πόνο και την ένταση της τραγικής ηρωίδας, προκαλώντας μας την δυσφορία που και η ίδια ένιωθε μπρος στο θεϊκό της χρέος για δικαίωση.
Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος είναι ένας ηθοποιός που έχω παρακολουθήσει στο παρελθόν και πάντα καταφέρνει να προσαρμοστεί σε κάθε ρόλο που του ανατίθεται ανεξάρτητα του θεατρικού είδους. Μια προσωπικότητα στιβαρή που δημιουργεί, δίνοντας κάθε φορά τον καλύτερό του εαυτό. Με ευγένεια και ταπεινότητα, αγκάλιασε το μέγεθος της νοητικής εποπτείας του Ορέστη, τον έκανε «αδερφό» του και πήρε το βάρος των φόβων του στις πλάτες του, δίνοντας μια οπτική ανθρώπινη και ταυτόχρονα καταδεικνύοντας την σοβαρότητα της απόδοσης δικαιοσύνης σύμφωνα με την θεία βούληση, παρά την δική του αντίρρηση, δημιουργώντας την εικόνα ενός ανθρώπου που ταλανίζεται μεταξύ της θείας εντολής και του ανθρώπινου ψυχισμού.
Ο Γιώργος Δεπάστας ήταν η έκπληξη της βραδιάς, μιας και ως πρώτος σε σειρά εμφάνισης μας κατατόπισε για τα όσα θα δούμε με τον πιο άμεσο τρόπο. Καθ’ όλη την διάρκεια της σκηνικής του παρουσίας, εξέπεμπε μια απλότητα και την ηρεμία του ανθρώπου που βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον και απλά μιλά με φίλους του για τα όσα θα γίνουν τις προσεχείς ώρες.
Νοσταλγική και πλήρως απαραίτητα η παρουσία του μεγάλου Γιώργου Κωνσταντίνου. Ένας άνθρωπος θρύλος της υποκριτικής τέχνης στην χώρα μας, με φωνή που μπορείς να αναγνωρίσεις από χιλιόμετρα και με την εμπειρία μιας ζωής στο σανίδι, πέρασε από την σκηνή, δίνοντας ακριβώς αυτό που χρειαζόταν να κάνει ο από μηχανής θεός-παιδαγωγός.
Ο Νίκος Λεκάκης ως αγγελιοφόρος ήταν η ανάσα που χρειάστηκαν οι θεατές μέχρι να δεχθούν την συνέχεια και το δεύτερο φονικό της βραδιάς. Παρά την έντονη ερμηνεία του και τον βιαστικό του λόγο, στα όρια του οργασμικού, σε συνδυασμό με τον αισθησιασμό των γυναικών του χορού, ως άλλων μαινάδων, ήταν το διάλλειμα που χρειαζόμασταν για να ξεπεράσουμε την ένταση των προηγούμενων στιγμών και ο συνδετικός κρίκος για τις πληροφορίες που δεν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε -κλασσικό μοτίβο της αρχαίας τραγωδίας και του ρόλου του αγγελιαφόρου.
Τώρα για την Κλυταιμνήστρα, η Ιωάννα Μαυρέα σε ελάχιστο χρόνο με την σκηνική της παρουσία κατάφερε να μας κάνει να την μισήσουμε, πράγμα που θεωρώ τεράστια επιτυχία. Ενσάρκωσε τον ρόλο της με απίστευτη υπεροψία και με μηδαμινή προσπάθεια να κάνει την Κλυταιμνήστρα συμπαθή στο κοινό.
Τέλος, τα δύο θαύματα της παράστασης, ο Ιάσονας Παπαματθαίου και ο Αντώνης Σταμόπουλος, ως Διόσκουροι. Δυο ξωτικά που εμφανίστηκαν στο τέλος για να μας προετοιμάσουν για την συνέχεια που θα δούμε σε επόμενο έργο του Ευριπίδη – το στοιχείο της διακειμενικότητας ήταν εμφανές από την αρχή της ιστορίας, και ακόμη περισσότερο από τον μονόλογο της Κλυταιμνίστρας- και να σημάνουν το τέλος της παράστασης ενημερώνοντας το κοινό για τα προσεχώς.
Η παράσταση θα ήταν μισή χωρίς τον χορό. Έξι νέες γυναίκες που συμπλήρωναν η μία την άλλη και κάθε μια ξεχωριστά διέγραψε την δική της πορεία και ιστορία μέσα στις δύο αυτές ώρες που ήμασταν στο θέατρο. Έξι αεικίνητες και ταλαντούχες κοπέλες που έδωσαν τον δικό τους χαρακτήρα στις γυναίκες αυτές που θα εξέφραζαν την άποψης της κοινής γνώμης και θα δίνανε τα διδακτικά στοιχεία της τραγωδίας.
Η «Ηλέκτρα» του Λύρα, εκτός από τους εξαιρετικούς ηθοποιούς που την αποθέωσαν, πρέπει να μνημονευθεί για την σκηνοθετική και την σκηνογραφική της υπόσταση. Ο Λύρας πήρε στα χέρια του την αφρόκρεμα των ηθοποιών αυτής της γενιάς και τους έστησε σαν ένα μωσαϊκό δημιουργώντας μιας παράσταση με πολλά κινηματογραφικά στοιχεία και με την ένταση που αρμόζει σε αυτού του είδους τις τραγωδίες.
Ο Απόλλων Παπαθεοχάρης, από την άλλη, πήρε στα χέρια του υλικά και έφτιαξε έργα τέχνης. Η αφαιρετική και μινιμαλιστική ματιά του ήταν από τα βασικά χαρακτηριστικά στα σκηνικά, ενώ τα κοστούμια εξέπεμπαν δέος παραπέμποντας σε μια φουτουριστική πολεμική ενδυμασία . Πολύ έξυπνη ήταν η ενδυματολογική διαφοροποίηση της Κλυταιμνήστρας, που έδειχνε την διαφορά της με την επιβλητική και πομπώδη αμφίεση, και το πολυμορφικό κοστούμι του χορού, που μετέτρεψε τις 6 κοπέλες σε απόκοσμα πλάσματα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα.
Το να χαρακτηρίσει κανείς το αποτέλεσμα απλά άρτιο, θα ήταν υποτιμητικό για την παράσταση. Επί δύο ώρες, ηθοποιοί και τεχνικοί επιδόθηκαν σε έναν υποκριτικό αγώνα, καταδεικνύοντας την σημαντικότητα και την ουσία του σεβασμού στο ίδιο το έργο και στο κοινό που παρακολουθεί και εν τέλει δίνοντάς μας να καταλάβουμε ότι σε μια εποχή αισθητικής κρίσης είναι απαραίτητο να παρακολουθούμε προσεγμένες δουλειές.
Η «Ηλέκτρα» ήταν μια παράσταση σταθμός για το φετινό καλοκαίρι και πολύ φοβάμαι ότι δύσκολα κάποια άλλη θα καταφέρει να την ξεπεράσει. Με τον επαγγελματισμό τους οι ηθοποιοί μας παρέσυραν σε ένα κυκεώνα από πρωτόγνωρα συναισθήματα, προκαλώντας μας ταχυπαλμία, κόβοντας μας στην ανάσα και ανακουφίζοντάς μας με το τέλος της.
Καλή θέαση!