Είναι πολύ δύσκολο να βάλει σε σειρά λέξεις όταν πρόκειται να περιγράψεις το μεγαλείο δύο τραγουδιστών του μεγέθους του Φραγκούλη και της Myers. Δύο άνθρωποι που με πάθος και βαθιά μόρφωση επί του αντικειμένου τους επιδίδονται σε έναν ερμηνευτικό άθλο, γεμίζοντας τις σκηνές και τα θέατρα που τους φιλοξενούν με την φωνή και τα τραγούδια που έγραψαν συναισθηματική ιστορία.
Στο κατάμεστο θέατρο των Μουδανιών, λίγο μετά τις 9 το βράδυ ξεκίνησε το μουσικό ταξίδι που μας επεφύλασσε «στάσεις» σε διάσημες όπερες, προσωπικές δισκογραφίες και τραγούδια που έγραψαν ιστορία στο ελληνικό πάλκο, φέροντας την υπογραφή τεράστιων συνθετών. Μα κυρίως, λίγο μετά τις 9 εμφανίστηκαν στην σκηνή δύο άνθρωποι με βαθύτατο σεβασμό στην τέχνη τους και έτοιμοι να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό για να ικανοποιήσουν ένα κοινό που ανυπομονούσε για τα όσα θα ακολουθούσαν.
Έχοντας παρακολουθήσει την συναυλία του Μάριου Φραγκούλη στην Θεσσαλονίκη με την Μαρινέλα περίμενα να δω για μια ακόμη φορά έναν μεγάλο ερμηνευτή. Ωστόσο, δεν περίμενα να δω ένα τόσο διαφορετικό πρόγραμμα. Μπορεί να ακούσαμε για μια ακόμη φορά το canzone arrabbiata (αγαπημένο μου κομμάτι) και την γαλάζια λίμνη, αλλά δεν έλειψαν και τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, και οπερέτες (που δυστυχώς δεν γνωρίζω, μιας και η μουσική μου παιδεία δεν είναι και τόσο πλούσια) που κατάφεραν να κάνουν και τον πιο άκαμπτο θεατή να αναριγήσει.
Η Deborah Myers ήταν μια πραγματική έκπληξη. Μια γυναίκα που εμφανίστηκε στην σκήνη και γέμισε ο χώρος και κατάφερε σε δευτερόλεπτα να μας κάνει να υποκλιθούμε για την ερμηνευτική της δεινότητα. Με τρόπο ασυναγώνιστο, και λόγια συγκινητικά και τιμητικά, μας τραγούδησε κομμάτια του Χατζιδάκι, ενώ δεν έλειψαν και τα θεατρικά τραγούδια, με αποκορύφωμα το «Φάντασμα της Όπερας» που ήταν ο καλύτερος αποχαιρετισμός.
Και κάπου προς το τέλος του κειμένου αυτού και στον απόηχο της χθεσινής βραδιάς, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε την δίψα του κόσμου. Μια δίψα για ποιοτικά θεάματα, για καλλιτέχνες πέρα από βεντετισμούς, για μουσική που στόχο έχει την ψυχαγωγία και όχι, απλώς, την διασκέδαση. Μια δίψα για θέαμα ατόφιο και για τραγουδιστές συνεπείς στις επιλογές τους.