Σε μια αυλή γεμάτη θαύματα!

Είναι δύσκολο να χωρέσεις σε λέξεις την ευγένεια που απλόχερα μοιράζουν ηθοποιοί στις παραστάσεις που ετοιμάζουν. Είναι δύσκολο να περιγράψεις με λέξεις απαλλαγμένες από συναισθήματα τα όσα λαμβάνεις κατά την διάρκεια μιας παράστασης που για να φτάσει στα δικά σου μάτια, άνθρωποι μόχθησαν και αφιέρωσαν χρόνο και, κυρίως, μεράκι, για να αγκαλιάσουν τους ρόλους τους και να γίνουν για αυτήν την λιγοστή ώρα οι ήρωες που θα σταθούν απέναντί σου. Και παρότι, το παρόν κείμενο ξεκινά με τρόπο ανορθόδοξο, θα καταλάβετε ότι δεν χωρά κάτι άλλο πέρα από αυτό η «Αυλή των θαυμάτων».

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης το 1975 γράφει και σκηνοθετεί ένα έργο, άχρονο, σχεδόν έρμαιο στην διαχρονία των σχέσεων που περιγράφει, με ελάχιστα στοιχεία να μαρτυρούν την εποχή του. Σε μια αυλή, κάπου στην Αθήνα, διάφοροι ένοικοι, με διαφορετικές καταβολές, συνήθειες, πάθη, μα με με κοινή ταξική συνείδηση μοιράζονται την φιλία και τις αψιμαχίες, την μοναξιά και τα προβλήματα. Η ζωή όλων θα αλλάξει με τον ερχομό ενός νέου ενοίκου που θα διαταράξει την αρμονική γαλήνη της μοναξιάς τους και θα πυροδοτήσει αισθήματα που κρυβόταν μέχρι πρότινος. Μα πιο αναλυτικά και προσωποκεντρικά:

Ο Στέλιος είναι ένας άνθρωπος που για κάθε εποχή στην αστική συνείδηση θα θεωρούνταν αποτυχημένος. Με ιδέες και επιχειρήσεις που βαλτώνουν, με πάθος για τον τζόγο και ροπή στο να χάνει λεφτά, να εξαπατάται και να χρωστάει στους πάντες. Ένας άνθρωπος με δαίμονες που τον κυριεύουν και δεν επιτρέπουν στην αγαθή του φύση να προσφέρει τα όσα ο ίδιος μπορεί και θέλει. Η έμφυτη γλυκύτητα και πραότητα του Γιώργου Γάλλου, έδωσε στον ρόλο αυτό μια νότα ρεαλισμού που κατάφερε να μας οδηγήσει σε αλλεπάλληλες αλλαγές συναισθημάτων προς αυτόν, από τον οίκτο και την απέχθεια, στην λύπη, την συμπόνια και τον σπαραγμό.

Ο Μπάμπης, φίλος του Στέλιου, είναι η περίπτωση του κατεργάρη μάγκα της εποχής. Με μέλλον αβέβαιο, με οικονομική αστάθεια από κακή διαχείριση και με την θεωρία ζωής του ό,τι φάμε, αρκεί να περάσουμε καλά και να καταφέρουμε να βγάλουμε την μέρα. Και εννοείται πως ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης -για εμένα αυτός ο άνθρωπος έχει απίστευτο ταλέντο να υποδύεται ρεμάλια- πήρε τον ρόλο αυτό, έβαλε την φωνή και όλα αυτά που μπορεί να δώσει ένας καλός ηθοποιός σε έναν όχι και τόσο καλό χαρακτήρα και μας έδειξε ότι και το χειρότερο ρεμάλι, έχει ανθρώπινη πλευρά και, στην τελική, όλα όσα κάνει είναι για να προσφέρει την αγάπη του με τον δικό του τρόπο.

Τώρα θα πάμε ανάποδα. Η Στεφανία Γουλιώτη είναι μια ηθοποιός που γνώρισα φέτος -για ευνόητους λόγους- και έχω λατρέψει για τον δυναμισμό που εκπέμπει και για τα όσα καταφέρνει να πει με την παρουσία της. Μια γυναίκα που ξέρει να κάνει τα πάντα, ανεξάρτητη μα θύμα της αγάπης της και ανίκανη να σταματήσει την τοξικότητα, θαρρείς και τρέφεται από αυτή μέσα στην σχέση πάθους-έντασης που έχει στήσει με τον Μπάμπη ήταν η Βούλα που υποδύθηκε. Αν με ρωτάτε, τα κατάφερε παραπάνω από καλά.

Την καρδιά μου σπάραξε η Αννετώ. Η γηραιότερη της αυλής, και μια προσωπικότητα γνώριμη σε όσους έχουμε μεγαλώσει στην επαρχεία, μια γυναίκα που αγαπάει τους πάντες, αλλά πάντα κάνει το χειρότερο δυνατό και προβάλλει τις παραξενιές της για να καταφέρει να επιβιώσει και να κεντρίσει το ενδιαφέρον, έστω και αν αυτό είναι αρνητικά χρωματισμένο. Η Ρούλα Πατεράκη μας ράγισε ολόκληρους αποτυπώνοντας σε ελάχιστες στιγμές τον πόνο και την μοναξιά που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος παρατημένος, ξεχασμένος και χωρίς τους δικούς του ανθρώπους κοντά του. Και στην παρούσα, θα ήθελα να σημειώσω ότι ήταν, για εμένα, η πιο πετυχημένη αλλαγή στην πλοκή της παράστασης.

Ο Ιορδάνης για τους περισσότερους είναι ο αμπελοφιλόσοφος που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να κάθεται και να χαζολογά μπεκροπίνοντας. Μια περίπτωση ανθρώπου που καταφέρνει να κρύψει τον πόνο της προσφυγιάς, της απώλειας ντύνοντας κάθε στιγμή της ύπαρξής του με μια αίσθηση αναρχίας στοιχεία που ο Χρήστος Σούγαρης -όντας παράλληλα και ο ενορχηστρωτής όλης αυτής της προσπάθειες- προέβαλε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και κάπως έτσι φτάνω στο πρόσωπο που με συγκλόνισε και δεν είναι άλλη από την Ειρήνη Καραγιάννη ως Αστά. Δεν μπορώ να κρίνω πόσο δύσκολο ή εύκολο ήταν για την ίδια, αν μιλάμε για ταλέντο ή για εργατοώρες, αν αυτό που είδα είναι χαρακτηριστικό δείγμα της ερμηνευτικής της δεινότητας, αλλά μπρος στην ερμηνεία της ένιωσα ένα δέος και μια ανατριχίλα. Για μια μάνα, για έναν άνθρωπο χωρίς μια σταθερά στην ζωή του, για μια αγωνία.

Μα η μοναξιά ως συναίσθημα δεν ήταν μόνο προνόμιο της Αννετώς, αφού κι η Μαρία ήταν μια περίπτωση ενός ατόμου έρημου, παρατημένου σε ένα χρυσό, τρόπος του λέγειν, κλουβιού, με άντρα ναυτικό και την δική της νεότητα και επιθυμία να πηγαίνει περίπατο. Παρά τον σατυρικό τόνο του Καμπανέλλη, η Μαρίζα Τσάρη ανέδειξε τις δυσκολίες που προκύπτουν σε έναν άνθρωπο που ο άνθρωπός του είναι μακριά για τον οποιονδήποτε λόγο.

Εσκεμμένα τοποθετώ την περίπτωση της Όλγας σε αυτό το σημείο του κειμένου και ειλικρινά δεν έχω αξιολογική πρόθεση, μα θα καταλάβετε παρακάτω. Η Κατερίνα Παπουτσάκη ανέδειξε τα όσα σκέφτεται μια γυναίκα που δεν περνά καλά στον γάμο της, ψάχνει διέξοδο, φοβάται να αλλάξει την ζωή της και ταυτόχρονα θέλει τόσο πολύ να νιώσει το κέντρο της θαλπωρής.

Και η ώρα για την πέτρα του σκανδάλου που ακούει στο όνομα Στράτος. Ο νέος νοικάρης που θα ταράξει την ζωή των γυναικών της αυλής του Βύρωνα και θα είναι αυτός που θα δώσει όλες αυτές τις αφορμές για να αλλάξουν τα πράγματα και να φτάσουμε βαθμιαία στο τέλος. Ο Γιώργος Τσιαντούλας αξίζει τα συγχαρητήρια όλων μας, όχι γιατί έπαιξε τον ωραίο, τον χειριστικό και εκμεταλλευτή, τον άνδρα που δεν έχει ηθικούς φραγμούς και πολλά άλλα ωραία που μπορώ να γράψω και να συμφωνήσετε, μα γιατί απέδειξε με τρόπο περίτρανο ότι ο ηθοποιός μπορεί να αλλάξει και να προσαρμοστεί σε κάθε ρόλο αρκεί να χρησιμοποιήσει με σωστό τρόπο όλα του μέσα.

Εδώ δεν μπορώ να αντιμετωπίσω ξεχωριστά δυο άτομα που μου εντυπώθηκαν μαζί. Η Ντόρα και ο Γιάννης, ο ορισμός του έρωτα που βρίσκεται κάτω από την μύτη μας και τον αγνοείς και τρέμεις να τον αποκαλύψεις και μένεις να κοιτάς από κλειδαρότρυπες, μπας και πάρεις μια ιδέα από αυτό που τόσο ποθείς. Και που φτάνει το τέλος και πάλι φοβάσαι να πεις όσα νιώθεις και όσα πιστεύεις, αφήνοντας τον έρωτα να φύγει να εξατμιστεί, να γκρεμιστεί σαν μια πολυκατοικία με μια αυλή. Ευχαριστούμε την Μαρία Διακοπαναγιώτου και τον Ντίνο Γκελαμέρη που μας τρίψανε στα μούτρα τα όσα φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Από τους μικρότερους λεκτικά ρόλους μα με την πιο χαρακτηριστική παρουσία ήταν αυτός του Γιώργου Ντάβου που ενσάρκωσε την Ραφαέλα. Μια παρουσία που ακροβατούσε ανάμεσα στα φύλα και άφησε το δικό της στίγμα στην παράσταση, περνώντας ένα ισχυρό μήνυμα για όλα αυτά που θέλουμε να ορίζουν το τι είναι άντρας και τι γυναίκα, τι είναι αυτό που πρέπει να χρησιμοποιούν, ποιο το χρώμα, ποια η δύναμη και ποια τα πώς.

Στους ογκόλιθους της παράστασης ο Δημήτρης Πιατάς ως Λάσκος. Πού τι να πεις για αυτόν τον άνθρωπο; Όσες φορές και να έχει ανεβεί στο σανίδι, όποιον ρόλο και να έχει παίξει, αυτή η φωνή η γεμάτη ζεστασιά μας κάνει να νιώθουμε οικεία. Ως Λάσκος ήταν η φωνή αυτού του ανθρώπου που στέκει καρτερικά στο περιθώριο, γνωρίζοντας τα όσα ποθεί και δεν μπορεί να έχει. Αναζητά μια παρηγοριά και κυρίως διδάσκει την αφοσίωση.

Και για το τέλος, ο έτερος ογκόλιθος, η Φιλαρέτη Κομνηνού ως Καίτη. Διδάσκει τι θα πει άνθρωπος χορτάτος και στον άσσο. Αφήνει τα πράγματα να κυλήσουν μέχρι να πάρουν τον δρόμο τους και αυτή τον δικό της. Η Κομνηνού έχει ένα τρελό χάρισμα. Είτε παίζει Εκάβη -τότε την είδα πρώτη φορά- είτε την Καίτη, είτε στον Αρίστο είτε οπουδήποτε επιλέξει, πάντα καταφέρνει να είναι αυτή και να έχει κάποια διακριτά στοιχεία πέραν του ρόλου και των συμβάσεών του. Μια αρχοντιά άλλη εποχής. Και πάντα τα μάτια. Σε όποιο σημείο της σκηνής, αυτά τα μάτια.

Εφόσον μίλησα για όλους δεν μπορώ να αφήσω εκτός τα παιδιά που έκαναν την εμφάνισή του σε βοηθητικούς ρόλους. Σόνια Καλαϊτζίδου, Βαγγέλη Βογιατζή, Ζαχαρία Γουέλα, Γιάννη Σοφολόγη ένας μικρός ρόλος καταλήγει μεγάλος όταν το κοινό δεν μπορεί να σας σβήσει από την μνήμη του. Και αυτό το έχετε καταφέρει κάνοντας την παρουσία σας μεγάλη.

Η σκηνοθεσία του Σούγαρη ήταν θεατρικός άθλος. Συντόνισε όλο αυτό το πλήθος ηθοποιών, συνεργάστηκε με τον Ευαγγελινό για να βγούνε χορογραφίες και η απίστευτη αυτή κίνηση, φρόντισε για κάθε λεπτομέρεια και το κατάφερε.

Η Μουσική του Στέφανου Κορκολή και οι στίχοι του Γεράσιμου Ευαγγελάτου ήταν δεδομένο ότι θα είχαν το αποτέλεσμα αυτό. Και αν βάλεις τους τέσσερις αυτούς μαζί (Σούγαρη, Ευαγγελινό, Κορκολή και Ευαγγελάτο) μπορείς πολύ εύκολα να θεωρήσεις ότι δεν θα υπάρξει παραφωνία που θα χαλάσει το αποτέλεσμα.

Και κάπως έτσι, κλείνω αυτό το εκτενέστατο κείμενο. Με πρόθεση όχι να σας κουράσω, αλλά να δείξω την ευγνωμοσύνη μου σε αυτούς τους καλλιτέχνες που έδωσαν όλη την ενέργειά τους για να χαρούμε οι θεατές μια παράσταση. Που δεν άφησαν την κριτική του Καμπανέλλη να μας κουνήσει επιδεικτικά το δάχτυλο, μα μέσω της όλης διαδικασίας μετουσίωσαν το πνεύμα του διδακτισμού του δημιουργού σε μια διαδικασία προσομοίωσης που μας άφησε τον χώρο να σκεφτούμε τα όσα θέλουμε να αλλάξουμε.

Μα πάνω απ’όλα γιατί έδειξαν για άλλη μια φορά, ότι για απόφοιτοι λυκείου, καλά τα λένε, καλά τα έμαθαν και κυρίως καλά θα συνεχίσουν να τα παρουσιάζουν. Και αν κάποιος διαφωνεί με αυτό, ας ψάξει να βρει την δική του «Αυλή των θαυμάτων»!

Καλή θέαση!

Σχολιάστε