Η «Εσωτερική θάλασσα» του Γιάννη Αρκέτου!

Λίγες φορές πιάνω στα χέρια μου ποιητικές συλλογές. Είναι ο τρόπος που αποτυπώνονται τα συναισθήματα που δεν μπορώ να τα χωρέσω. Δεν νιώθω άνετα να τα μοιραστώ, μιας και οι άνθρωποι αυτοί γράφουν τις πιο ιερές τους στιγμές με τρόπο τέτοιο, που στα μάτια αδαών, μοιάζουν με άστοχες και άσκοπες ρίμες. Και, άλλες φορές πάλι είναι τα δικά μου συναισθήματα, που δεν χωρούν σε λέξεις δανεικές, που τα μολύνουν, μέσα στην έπαρση της δημιουργίας. Μα τις ελάχιστες φορές, που κάποιο ποίημα θα διαβάσω, και θα πάω στο επόμενο, και στο επόμενο μέχρι να γίνουν στο μυαλό μου ένα, επιλέγω να είναι οι λέξεις φίλων ακριβών, που στα χρόνια, λίγα ή πολλά της γνωριμίας, η εκτίμησή μου τους τοποθετεί σε ένα βάθρο και αυτά που θα διαβάσω θα είναι χρωματισμένα με στιγμές που πέρασαν και μου τις διηγήθηκαν.

Μια τέτοια περίπτωση, ανθρώπου και έπειτα γραφιά ακριβού, είναι αυτή του Γιάννη Αρκέτου. Ένας άνθρωπος που πρώτα διαβάζει. Διαβάζει πολύ, μελετά σε βάθος, κάνει κτήμα του τις σκέψεις τόσων και τόσων μεγάλων. Και μετά γράφει. Για να δώσει λέξεις σε εικόνες από τόπους και ανθρώπους χρόνων περασμένων. Από την Σαρδηνία, την Θάσο, την Θεσσαλονίκη. Γράφει μια συλλογή άχρονη και χωρίς περιορισμό.

Στην «Εσωτερική θάλασσα» διαβάζω λέξεις σκόρπιες, ξέπνοες. Χωρίς φτιασίδια περιττά και τάσεις εντυπωσιασμού. Απλά, μικρά ποιήματα που ταξιδεύουν. Και φέρνουν στο μυαλό εικόνες άλλες από αυτές που τις ενέπνευσαν. Μα οι λέξεις αυτές, ως άλλοι συνδετικοί κρίκοι, φέρνουν κοντά βιώματα αλλότρια, που σε άλλες συνθήκες θα μένανε άγνωστα μεταξύ τους. Θα διαβαίνανε «στους δρόμους … χωρίς μάτια» (από το ποίημα «Χωρίς τίτλο», σελίδα 9) ανίκανα να συνδεθούν, θύματα μιας λεκτικής και συναισθηματικής αποξένωσης του καιρού, μιας και πλέον δεν μιλάμε για ένα Πάσχα, για ένα φίλο, μα για πολιτική, για παλιούς γνωστούς και τις αποτυχίες τους, συνήθως, για πράγματα που μας κάνουν να δείξουμε πόσο πολιτικά, μα κυρίως, ζώα παραμένουμε ανά τους αιώνες.

Και ο Γιάννης Αρκέτος, μέσα σε αυτά τα χρόνια τα δύσκολα, τα άγνωστα και φοβερά, επιμένει να δείχνει ότι μόνος δρόμος είναι η γραφή. Η ποίηση, που καταφέρνει να γεννήσει όνειρα σε αυτούς που την διαβάζουν. Που τους κάνει να ανατρέξουν στα μονοπάτια ενός μυαλού που δεν τους πρόδωσε ποτέ. Μα κυρίως, με ποιήματα απλά, σαν χάι κου σχεδόν, μας αποκαλύπτει την ομορφιά της απλότητας στην έκφραση, στην δημιουργία.

Και αν τελικά αναρωτηθούμε, ποια είναι αυτή η δική μας «Εσωτερική θάλασσα», μπορούμε πάντα να την ψάξουμε. Σε μια γειτονιά της Καλαμαριάς, στην Καλλιράχη, στο Κάλιαρι. Μπορούμε να ανοίξουμε τις προσωπικές μας ξέρες να έρθει να μας βρει αυτή. Μπορούμε να δώσουμε χώρο για να έχουμε τον δικό μας άνηθο (ποίημα «Πάσχα 1», σελίδα 30). Ή να χαθούμε στην εξορία του δασκάλου («Φως 2», σελίδα 7), ανήμποροι να κρατήσουμε μέσα μας τα όσα ποθήσαμε να μοιραστούμε.

Καλή ανάγνωση!

Σχολιάστε