Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα. Σύννεφα πάλι στον ουρανό. Χωρίς αέρα. Χωρίς πνοή για όνειρα δεμένα σε πολύχρωμες κατασκευές. Αβέβαιη η απογείωση και στην γωνία καραδοκεί η απογοήτευση. Αυτή, για όσες προσπάθειες δεν βρήκαν την ανάσα εκείνη που θα φούσκωνε την χαρτονένια επιφάνειά τους και θα τις έστελνε ψηλά να βρουν ψυχές που δεν περπατούν πια πλάι τους και θα τους έλεγαν όλα αυτά που μεσολάβησαν.
Πάνε περίπου δώδεκα χρόνια που ο δικός μου χαρταετός δεν πετά πια. Σας γράφω κάθε χρόνο για αυτόν. Ένας οκτάγωνος χαρταετός, με σκελετό από καλάμια, τραπεζομάντηλο ταβέρνας με κόκκινα γαρύφαλλα και ουρά από εφημερίδες και συσκευασίες από φρυγανιές του Βοσινάκη. Και, όμως, όσο άσχημος φαινόταν στα παιδικά μου, τότε, μάτια, ήταν αυτός που ταξίδευε ψηλότερα απ’όλους τους άλλους, κι ας μην είχα νεκρούς, τότε, να συναντήσει στην ετήσια πτήση του.
Κομμάτια έγινε λίγα χρόνια πριν την πρώτη απώλεια. Σαν προοικονομία του μυαλού που χανόταν. Της διαύγειας που κομματιαζόταν. Της τέχνης που θα ξεχνιόταν και δεν θα έδινε πια χαρά σε χέρια παιδικά. Σαν να μην μου ανήκε, αφού ο δημιουργός του δεν θυμόταν πλέον την ύπαρξή του. Σαν ένα νήμα που κόπηκε, δείχνοντάς μας τον δρόμο που είχε πάρει το μυαλό που οδήγησε τα χέρια να λειάνουν τα καλάμια, να δέσουν το χαρτί, να φτιάξουν με υπομονή την ουρά και να ζυγίσουν το βάρος με νήματα που δεν θα πρόδιδαν την πτήση. Κρατήστε το αυτό το ζύγισμα.
Το τελευταίο του ταξίδι ήταν οδυνηρό. Από αυτά που δεν σου δίνουν την δυνατότητα του αποχαιρετισμού. Που δεν σου επιτρέπουν να πεις τα τελευταία λόγια. Να αφηγηθείς και να χαρείς μαζί. Και το μόνο που μένει, μια κορνίζα ενός πορτρέτου που θυμίζει αυτόν που έφυγε και πέταξε μαζί με τους χαρταετούς του. Μια στιγμή, που πέρασε στην αιωνιότητα μέσα από ένα κλείστρο, μα ο άνθρωπος δεν το θυμάται από χρόνια. Σαν να μην θυμάται ποιος ήταν, σαν μια μνήμη που ξεθωριάζει. Κρατήστε και την μνήμη που χάνεται.
Πέρασαν ήδη δώδεκα χρόνια και ακόμη λείπει αυτός ο χαρταετός και τα ασταθή χέρια που τον έφτιαξαν. Ξέρετε, πολλές φορές η αστάθεια στο άγγιγμα δίνει την στιβαρότητα που δεν μπορεί να εγγυηθεί ακόμη και ένα άγγιγμα χειρουργικό. Και όλα γίνονται πιο όμορφα μέσα στην ασχήμια της απλότητας, γιατί ντύνονται με συναισθήματα περίτεχνα που είναι τα μόνα που μένουν ως ανάμνηση. Για μια ακόμη φορά θα σας ζητήσω να κρατήσετε την ανάμνηση.
Και πού θα καταλήξει και αυτό το κείμενο; Δεν ξέρω, πραγματικά. Θα ήθελα πολύ να έχω εκείνον τον τελευταίο χαρταετό. Να γράψω πάνω στην επιφάνειά του όλα αυτά που θέλω να πω. Να μοιραστώ τα όσα έγιναν και τα όσα θέλω να γίνουν. Να γράψω τις χαρές μου και τις λύπες. Και στο τέλος, να κόψω το σκοινί και να βρει το έργο τον δημιουργό του. Να του πει τα όσα δεν είπαμε, όταν μπορούσαμε. Κρατήστε το το «όσο μπορούσαμε».
Τα χρόνια περνούν και το ζύγι χάνεται, θύμα μιας μνήμης που δεν μας υπακούει. Τα νέα έρχονται και οι αναμνήσεις οι νέες σβήνουν τις παλιές, τις πιο ανούσιες και παιδικές. Και τελικά μας μένει ένα όσα μπορούσαμε και δεν κάναμε. Και ας είναι αργά για να επανορθώσουμε. Ένα «όσο μπορούσαμε», να πετάξουμε, να ταξιδέψουμε, να μοιραστούμε. Αλίμονο, να ζυγίσουμε τα «όσο μπορούσαμε» στην αγάπη. Τότε, δεν θα μας άξιζε κανένας χαρταετός.