Η Ράνια Σχίζα είναι «Η μάνα αυτουνού…»!

Από την πρώτη στιγμή που άρχισα να γράφω για θέατρο ένιωθα μια έλξη για μονολόγους. Είναι ένα είδος δύσκολο, που θέλει μαεστρία και πειθαρχία για να βγει. Πρέπει ο ηθοποιός να είναι ταγμένος στο κείμενό του. Να το αγαπά, να το ζει, να το νιώθει σαν να είναι λόγια και ιστορία βγαλμένα από το στήθος το δικό του, με λέξεις φτιαγμένες από ανάσες δικές του. Και για μια τέτοια ανάσα, αυτή της Ράνιας Σχίζα, που έγινε Έλλη Ζάχου Ταχτσή, θα σας γράψω σήμερα.

Πάνω στην σκηνή μια γυναίκα μας διηγείται την ζωή της. Αυτή που επέλεξαν να πλέξουν άλλοι για χάρη της. Μέσα σε φτώχεια, πείνα, κακουχίες, γονείς χωρισμένους και γάμο ανεπιτυχή. Μια γυναίκα που ήθελε να ζήσει, μα της έλαχαν παιδιά και άντρες που δεν της πρόσφεραν την ασφάλεια -εκείνη την εποχή αυτό ήταν το μέγιστο που μπορούσαν να προσφέρουν- που της άξιζε. Και μετά, ένας γιος, που την έκανε περήφανη, που την έκανε να ντρέπεται, που την πλήγωσε γιατί την έφερε αντιμέτωπη με την αγάπη που δεν του έδωσε, όσο μπορούσε. Και πάλι, εδώ ένα «όσο μπορούσε» θα πλανηθεί.

Στην γυμνή σκηνογραφικά σκηνή εμφανίστηκε η Ράνια Σχίζα. Εφτά λάμπες κι ένα μπαούλο, στο οποίο καθόταν. Τι να έκρυβε άραγε το μπαούλο αυτό, ποτέ δεν θα μάθουμε αφού δεν άνοιξε ούτε για μια στιγμή. Μόνο η Σχίζα άνοιξε το στόμα της και με φωνή γυναίκας φτασμένης, που έζησε καν και καν στην ζωή που πέρασε, άρχισε να μιλάει με χροιά που όσο η ώρα περνούσε και περνούσαν τα χρόνια της αφήγησης, γινόταν όλο και πιο μαγκιόρα, ένα μέταλο ήχου που τάραζε τους θεατές και μας έκανε να αναριγήσουμε μπρος στα όσα μας έλεγε. Να η φωνή που έπαψε να ήταν της ηθοποιού και έγινε το «ηχείο» της Ταχτσή.

Και εκεί που μιλούσε, ο λυγμός. Εκεί κι αν υποκλιθήκαμε νοερά. Ένας αναστεναγμός συγχρονισμένος για έναν πόνο αλλότριο που ήρθε και μας πλάκωσε. Και η Σχίζα δεν χαλάρωσε. Δεν μας ελάφρυνε, αλλά μας άφησε να στεκόμαστε άλαλοι παρατηρητές του δράματος μιας μάνας που έβλεπε τον ανδρισμό του παιδιού της να χάνεται και να θεωρεί το φταίξιμο δικό της για την ντροπή που της χτύπησε την πόρτα (εδώ θα πρέπει να μου επιτραπεί αυτή η παρένθεση. Στην εποχή μας, πολύ σωστά θα αναρωτηθεί κανείς γιατί τόσος λόγος, και τι την νοιάζει αυτή και γιατί δεν αποδέχθηκε το παιδί της και άλλα πολύ όμορφα που με βρίσκουν σύμφωνο. Αλλά, πριν πάμε σε αυτή την γενίκευση, θα ήθελα να σας καλέσω να «διαβάσετε» την ιστορία στην εποχή της και να αναλογιστείτε για τα όσα σημαίνουν αυτά τα γεγονότα για εκείνη την εποχή.).

Και μετά το γήρας. Και να πέφτει η ένταση. Να μεγαλώνει ο λυγμός. Κι η Σχίζα να μεταφέρει πόνο και δάκρυα. Απογοήτευση, τα «θέλω» της, τα όσα δεν την άφησε η ζωή να ζήσει. Και εμείς μετέωροι να την ακούμε να παλεύει με τον δικό της άθλο επί σκηνής. Να πετάγονται οι φλέβες της, να «ματώνει» η φωνή της, να πονάει για όλα αυτά που η ίδια κατάφερε να πει εξ ονόματος μιας άλλης γυναίκας.

Για πολλή ώρα δεν μπορούσα να καταλάβω αν αυτό που έβλεπα μπροστά μου με είχε εκστασιάσει για το περιεχόμενο της ιστορίας ή για την πλήρη μεταμόρφωση της Σχίζα μπρος στα μάτια μου. Ομολογώ, πως δεν την είχα συνηθίσει σε τέτοιους ρόλους, μιας και στο μυαλό μου την είχα για πιο κωμική ηθοποιό. Και στα πέντε μέτρα μπροστά μου έβλεπα μια τραγική φιγούρα που ακόμη και τα αστεία που έκανε δεν κατάφερναν να μας χαλαρώσουν ούτε για μισό λεπτό, αφού μας έπαιρνε από τα μούτρα με τον πόνο που μας σέρβιρε στην επόμενη σκηνή.

Και να που τελικά, η Ράνια Σχίζα, πέτυχε τον στόχο της. Με την υπόκλιση, επέστρεψε στον δικό της χαρακτήρα. Τον χαμογελαστό, που λάμπει, χωρίς φλέβες να πετάγονται και να ρυτιδώνουν το μέτωπό της. Χωρίς πόνο. Μια γυναίκα που μας ευγνωμονούσε που την ακούσαμε να μας λέει την ιστορία μιας άλλης γυναίκας. Μιας μάνας. Και τα φώτα έσβησαν.

Καλή θέαση, σε όποιον σταθμό την πετύχετε!

Σχολιάστε