Κάποια χρόνια πριν ένας άλλος Γιάννης (ο Φαρσάρης) μου είχε συστήσει την περίπτωση του Γιάννη Νικολούδη, στέλνοντάς μου το Άμοιρο παιδί με το μήνυμα «διάβασέ το, θα σου αρέσει» Και εγώ το διάβασα και όντως μου άρεσε. Η αμεσότητα σε αυτό το δυστοπικό περιβάλλον που έστησε γύρω από την ιστορία του ο Νικολούδης, ο τρόπος που με μετέφερε στον χωροχρόνο της αφήγησής του, ο προσεγμένος τρόπος με τον οποίο χειριζόταν την γλώσσα. Και τα χρόνια περνούν κι ο Γιάννης συνεχίζει να γράφει και πλέον μου τα στέλνει ο ίδιος για να τα διαβάσω.
Ένας άνδρας παίρνει το απολυτήριό του από τις φυλακές της Αλικαρνασσού. Ψάχνει να βρει τρόπο να φτιάξει το μέλλον του. Να βρει δουλειά. Να στεριώσει σε ένα τόπο. Μα η φάτσα του προμηνύει το κακό. Το βίωμα που λέρωσε κάθε πτυχή του. Και βρίσκει δουλειά και γίνεται θύμα. Και ξαναπέφτει σε λάθη και ο τόπος δεν τον χωράει. Αναζητά μανιωδώς να βρει την δική του ιστορία. Μα τελικά ο άνθρωπος είναι θύμα, όχι μόνο των ενεργειών του μα των πράξεων που τον οδήγησαν σε αυτές.
Ο Γιιάννης Νικολούδης είναι από τους συγγραφείς για γερά στομάχια κι ακόμη πιο γερά νεύρα. Ξεκινάει και από την αρχή μας πετάει στο εσωτερικό μιας ιστορίας που ξέρουμε ότι δεν θα είναι ανάλαφρη, δεν θα μας χαροποιήσει και κυρίως δεν θα είναι το ελαφρύ ανάγνωσμα για να μας πάρει ο ύπνος. Αν οι παραπάνω είναι οι λόγοι που διαβάζετε βιβλία, τότε μην επιλέξετε το παρόν, για το καλό σας.
Ξεκινάει, λοιπόν, ο Γιάννης και στήνει την ιστορία του. Δίνει τον ακριβή τόπο. Και μετά συνεχίζει στο περίπου. Δίνει τον πρωταγωνιστή και μετά τους υπολοίπους ήρως πάλι στο περίπου. Με λίγα χαρακτηριστικά. Με στοιχεία τόσα όσα για να έχουμε έναν διάλογο. Μια υποτυπώδη στιχομυθία που θα μας δώσει το περίβλημα, μιας το εσωτερικό της ιστορίας δεν θα μας το πει με λέξεις μα θα πρέπει να το καταλάβουμε με τις εικόνες που θα σχηματίσει από τις περιγραφές του.
Σε κάθε βιβλίο, δημιουργεί μια σύγχυση. Η εναλλαγή στον αφηγητή. Η ύπαρξη του αόρατου ανθρώπου στον οποίο αφηγούνται τις εκάστοτε πτυχές ενός ήρωα, που μοιάζει παντογνώστης και απλά συλλέγει τις διαφορετικές οπτικές ανθρώπων που βρέθηκαν στον ίδιο χώρο με τον άνθρωπο που μας αφορά. Σαν ένας αόρατος ερευνητής, ψυχολόγος, κοινωνιολόγος, δημοσιογράφος, απλά κουτσομπόλης που θέλει να μάθει τα πάντα για μια ιστορία που ήδη δείχνει να ξέρει, αφού οι ιστορίες που λαμβάνει είναι τόσο στητά δοσμένες.
Από την άλλη η ιστορία του ίδιου του ήρωα από τα χείλη τα δικά του. Με την γλωσσική ικανότητα που τον χαρακτηρίζει, με γλώσσα αγοραία και ασχημάτιστη, σε έναν άνθρωπο του περιθωρίου που ψάχνει να βρει το εντός μιας κοινωνίας που τον ξερνάει από την αρχή της ύπαρξής του. Και κάπως έτσι, με επαναλήψεις και σκαλώματα, με βαρβαρισμούς και μια άτυπη κρητική διάλεκτο, βήμα βήμα γινόμαστε κοινωνοί μιας ιστορίας που μέχρι τέλους μόνο υποψιαζόμαστε τι θέλει να μας πει.
Και αν το ψάξουμε λίγο παραπάνω. Φαινόμενα κοινωνικά. Παράνομη εργασία, επανένταξη, ναρκωτικά, βιασμός, μετανάστευση εσωτερική, λαθραία, κλοπή, φυλακή, σύνδρομα κάθε φύσης, κοινωνίες που μιλούν, μυστικά που κρύβονται πίσω από αρχοντικές πόρτες. Μια ιστορία, που κάπου έχουμε ακούσει, κάποιος την έχει βιώσει, κάποιος φοβάται να την αποκαλύψει.
Δεν μπορώ να πω αν το βιβλίο του Γιάννη είναι μυθιστόρημα, ψυχογράφημα, κοινωνιολογική μελέτη με εκλαϊκευμένη απόδοση (ξέρω ότι θα πέσετε να με φάτε, είδα το εξώφυλλο που γράφει μυθιστόρημα). Ωστόσο με σιγουριά μπορώ να πω ότι δεν είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε σε μια νύχτα για να μπει στα σπίτια μας, να πουλήσει, να γίνει βάιραλ.
Στις σελίδες του Άδειου τόπου είδα μπροστά μου έναν άνθρωπο που γράφει με μεράκι. Πίστη στην τέχνη του και κυρίως στο ύφος που υπηρετεί. Παίζει με την εστίαση, με τον αφηγητή, με τα τεχνάσματα που του παρέχει η συγγραφή. Μα ως εκεί. Δεν εξαπατά τον αναγνώστη. Δεν του υπόσχεται πράγματα που μέσα στις σελίδες αποτυγχάνει να πραγματοποιήσει. Δίνει, με φειδώ, τα στοιχεία που στην τελευταία παράγραφο θα μας οδηγήσουν, όχι σε αναγνωστική λύτρωση, μας στο τέλος της ιστορίας. Τελεσίδικα. Χωρίς αλλά κι ελπίδες.
Κι αν πιάσεις στα χέρια σου το βιβλίο αυτό μην αναρωτηθείς για τα θύματα βιασμών. Για τους ανθρώπους που παρέχουν ολ ινκλούσιβ δουλειές και τελικά βγάζουν τα πιο άρρωστα βίτσια. Για τους ανθρώπους που χάνονται και πλέουν στην δική τους άβυσσο γιατί δεν ξέρουν πώς να ζητήσουν βοήθεια για τα όσα τους συμβαίνουν. Μα κυρίως, μην ψάξεις το αλλά σε πράξει που οδηγούν στην αυτοδικία ανθρώπους που το δίκαιο δεν τους άγγιξε παρά μόνο για να τους καταδικάσει.
Και αν αξίζει έστω και στο ελάχιστο η γνώμη μου, το βιβλίο του Γιάννη Νικολούδη θα διαβαστεί πολύ. Θα κρυφτεί, όμως, σε ράφια καλά χωμένα στους τοίχους για να μην μας φέρει αντιμέτωπους με τα όσα συμβαίνουν γύρω μας και ταράξει την καθημερινότητά μας. Μα την δουλειά του θα την έχει κάνει.
Καλή ανάγνωση!