Για ένα Μακαρίτη στο θέατρο Τ!

Πριν λίγες μέρες έπεσε στην αντίληψή μου το ανέβασμα της παράστασης ο Μακαρίτης Ματτία Πασκάλ, σε σκηνοθεσία του ταλαντούχου -και πολλά υποσχόμενου- Σωτήρη Ρουμελιώτη και διασκευή του ίδιου και της Γλυκερίας Καλαϊτζή. Και τελεσίδικα, μαζευτήκαμε μια παρέα και κατηφορίσαμε την Φλέμινγκ, μέχρι να φτάσουμε στην είσοδο του θεάτρου και να χαθούμε για ένα δίωρο στον κόσμο του Πιραντέλλο.

Ο Ματτία Πασκάλ, γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας, καταλήγει φτωχός μετά το θάνατο του πατέρα του και την δόλια διαχείριση της περιουσίας του από τον Μαλάνια. Παρά την φτώχια του και ένα πρόβλημα στραβισμού, δεν του λείπουν τα φλερτ και η καλοπέραση, αφήνοντας εγκύους δυο κοπέλες και καταλήγοντας να παντρευτεί την μία και να συμβιώσει με την δύστροπη πεθερά του. Κάποια στιγμή, η κόρη του και η μητέρα του πεθαίνουν και μην μπορώντας πια να αντέξει την κατάσταση της ζωής του, εγκαταλείπει την οικογένεια και το χωριό του και καταλήγει στο Μόντεκαρλο, όπου κερδίζει ένα τεράστιο ποσό χρημάτων, με το οποίο αποφασίζει να επιστρέψει στην οικογένεια του. Στον δρόμο της επιστροφής, διαβάζει σε μια εφημερίδα την αγγελία του θανάτου του. Και τότε ο μακαρίτης πλέον Ματτία Πασκάλ, γίνεται Αντριάνο Μέις.

Ο Πιραντέλλο έγραψε εξ αρχής την ιστορία του και την δημοσίευσε σε τεύχη στην Nuova Antologia την άνοιξη του 1904. Γράφει την ιστορία του σε μια αφήγηση πρώτου προσώπου, με τον αφηγητή να εξιστορεί όλη του την ζωή, ως παντογνώστης και μέρος της δράσης. Το κείμενο αυτό μετέτρεψαν σε μια υβριδική μορφή θεατρικής παράστασης η Καλαϊτζή με τον Ρουμελιώτη. Με κινηματογραφικούς μονολόγους επί σκηνής, σαν να εξαϋλωνόταν από την στιγμή της δράσης και να έβγαινε λίγα βήματα μπροστά, λίγα εκατοστά πιο ψηλά και να μας έδινε τα στοιχεία της στιγμής, δίνοντας την αίσθηση ότι αυτό που βλέπαμε μπροστά μας ακροβατούσε μεταξύ μονολόγου και κανονικής διαλογικής παράστασης.

Η δε σκηνοθεσία, δεν έμεινε μόνο σε αυτό. Με προβολές στην αρχή του έργου, με ένταση, παιχνίδια με τον φωτισμό, μια ροκ και σαδομαζοχιστική διάθεση και ζωντάνια απέδωσε ένα έργο, ομολογουμένως δύσκολο, μεταπηδώντας σε τόπους και χρόνους που η αφήγηση άλλοτε στο γρήγορο και άλλοτε με πολύ αργούς ρυθμούς χρησιμοποιούσε ως μεταβάσεις για την σκέψη του Πιραντέλλο. Θεματικές όπως τα προσωπεία, η αίσθηση του ανεκπλήρωτου, η προσπάθεια για επανάσταση που βαλτώνει, η δυστυχισμένη οικογενειακή ζωή, η αναζήτηση της πραγματικής ταυτότητας του ανθρώπου και συνάμα οι λάθος επιλογές και αδυναμία να ξεφύγει κανείς από αυτό που είναι και να γίνει κάποιος άλλος, όντας ταυτόχρονα ολοκληρωμένος, αναδείχθηκαν στο έπακρο, καθιστώντας την παράσταση νικήτρια στο στοίχημα που αντιμετώπιζε να σταθεί αντάξια του κειμένου.

Οι ηθοποιοί, παιδιά νέα και με το δικό τους στίγμα, δεν μας άφησαν ασυγκίνητους. Στον Ιωάννη Καμπούρη, τον επί δύο ώρες ακούραστο Ματτία Πασκάλ, οφείλαμε εμείς υπόκλιση και χαιρετισμό στο τέλος. Ακούραστος, με δυναμισμό, τρέλα, αυξομειώσεις στην τονικότητα, ένταση και σωματικότητα έγινε ο μακαρίτης που προσπαθούσε να γίνει κάποιος άλλος. Άλλαζε ο ίδιος όπως άλλαζαν οι σκηνές, ερωτευόταν, παιχνίδιζε, ταραζόταν και καταλάμβανε κάθε σπιθαμή του χώρου με κινήσει λεπτές, αθόρυβες, γεμάτες φυσικότητα.

Τώρα ονομαστικά και τα υπόλοιπα παιδιά που άλλαξαν αμέτρητες φορές για να γίνουν άλλοι και να ενσαρκώσουν όλους τους ρόλους. Στον κύριο Θανο Διμηνά, ένα μπράβο γιατί από ποταπός διαχειριστής έγινε γκροτέσκ πνευματιστής και δεν άφησε τον έναν ρόλο να υπερκαλύψει ερμηνευτικά τον άλλον, δίνοντας μια ξεχωριστή νότα και χροιά στην κάθε του αλλαγή.

Η Ανδρομάχη Μπάρδη σαγήνευσε με την ερμηνεία της. Μπορεί κάθε ρόλος της να αντιπροσώπευε μια σημαντική γυναικεία ύπαρξη στην ζωή του Ματτία, μα στην παράσταση ήταν η ηθοποιός που από το πρώτο λεπτό της εμφάνισής της μας προϊδέασε για την δυναμική της και το ταλέντο της.

Η Βάσια Τσιαούση ήταν η έκπληξη της παράστασης. Στα χρόνια αυτά που μπαινοβγαίνω σε παραστάσεις και κρατάω αυτή την στήλη, παρατηρώ ότι ηθοποιοί που εμφανίζονται ήρεμοι στις πρώτες σκηνές, καταλήγουν κόλαφος στο τέλος. Από τον ρόλο της θείας, στην σύζυγο, την κυρίαρχη κρουπιέρισα, την αλκοολική και πόσα άλλα. Ηθοποιός, μουσικός επί σκηνής και κυρίως ένα πλάσμα που δεν έχασε στιγμή τον στόχο της σε αυτή την προσπάθεια.

Τέλος, ο Πάνος Κεφαλούρος. Σε ρόλους που σαν προσωπικότητες και ο ίδιος ο Πιραντέλλο δεν φώτισε ιδιαιτέρως στο κείμενο, μα βασικός κρίκος στην εξέλιξη και το τελικό φινάλε της παράστασης, αγωνίστηκε στο πάλκο και κατάφερε να αφήσει το δικό του στίγμα σε έναν αγώνα με το παράλογο.

Φτάνοντας στο τέλος του κειμένου αυτού, θέλω να σταθώ στην νέα ματιά που έφερε ο Σωτήρης Ρουμελιώτης στο έργο του Πιραντέλλο. Πολλές φορές έχω υποστηρίξει ότι μερικά έργα πρέπει να διατηρούνται κλασσικά και οι σκηνοθέτες να είναι πιστοί σε αυτό που ο ίδιος ο συγγραφέας οραματίστηκε. Στην περίπτωση της χθεσινής παράστασης, η καινοτόμα ματιά ενός νέου, ενός ανθρώπου που τώρα δημιουργεί απογείωσε το κείμενο των αρχών του προηγούμενου αιώνα, καθιστώντας το εφάμιλλο στο σήμερα και μια ιδανική ευκαιρία να φέρει τον Έλληνα θεατή πιο κοντά στην αξία του έργου του Ιταλού συγγραφέα.

Αν λοιπόν αυτή η χρονιά έχει ανάγκη να ξεκινήσει με παραστάσεις που έχουν κάτι να προσφέρουν στο κοινό, η ομάδα του Θεάτρου Τ είναι αυτή που μπορεί να εγγυηθεί για αυτή την προσφορά. Και ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ είναι η παράσταση που μπορεί να φέρει τον θεατή σε επαφή με το καλό θέατρο που χρειαζόμαστε.

Καλή θέαση.

Σχολιάστε