Μια από τις σημαντικότερες συνειδητοποιήσεις που έκανα τα τελευταία έτη στην post-covid εποχή είναι ότι η τέχνη βρίσκεται παντού. Από την κινησιολογία μας, στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε καταστάσεις, στο πώς ερωτευόμαστε και στο πώς αγαπάμε, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του νήματος της ζωής. Αρκεί, βέβαια, να έχουμε ψυχή και μάτια ανοιχτά για να την διακρίνουμε, να την δεχθούμε, να την αγκαλιάσουμε. Αυτή ήταν μια συνειδητοποίηση την οποία ενέπνευσε η αγαπημένη μου καλλιτέχνης, Lana Del Rey, η οποία δε ξεχνάει ποτέ με το δικό της τρόπο να τονίσει τη σημασία της τέχνης στη ζωή.
Αυτή ήταν, άλλωστε, και υπαίτια για τη γνωριμία μου με τη συν-ποιήτρια Στέλλα Λουίζα Κατσαμπή με την οποία γνωριστήκαμε διαδικτυακά το 2022 και αμέσως βυθιστήκαμε σε αμέτρητες συζητήσεις για την Lana και τη μουσική της, για την ποίηση, για το που οδεύει η γενιά μας και η σημερινή κοινωνία γενικά. Σε αυτό κοινό μήκος κύματος στο οποίο και οι δύο ξαφνικά βρεθήκαμε να κολυμπάμε είχαμε τόσα πολλά να μοιραστούμε, τόσα πολλά να διαισθανθούμε. Ίσως άθελά μας να αποδεικνύαμε ότι ακόμη αξίζει να πιστεύουμε στις ανθρώπινες σχέσεις και πως η ελπίδα- αν και πεθαίνει τελευταία- αυτή τη στιγμή ακόμη βασιλεύει.
Δεν αργήσαμε να συναντηθούμε και δια ζώσης. Ήταν ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος που είχα γνωρίσει διαδικτυακά και τηλεφωνικά. Αυτή τη φορά, όμως, πιο ανθρώπινη και ζωντανή. Βλέπεις, η δύναμη της φυσικής παρουσίας έναντι της
ψηφιακής. Τη συνάντησα σε εκείνο το γνώριμο καφέ-μπαρ στη Ρωμαϊκή αγορά στη Θεσσαλονίκη. Βρισκόταν ήδη εκεί και με υποδέχθηκε τόσο πρόσχαρα, τόσο αληθινά, τόσο φιλόξενα. Ήταν σα να γνωριζόμασταν χρόνια και αυτή η συνάντηση ήταν η πρώτη μετά από πολύ καιρό. Εκείνο το απόγευμα κάναμε αυτό που συνέβαινε κάθε φορά όταν βρισκόμασταν διαδικτυακά. Αμέτρητες συζητήσεις και απόψεις για το «κοινωνικό γίγνεσθαι» και τη συγγραφή στην Ελλάδα του σήμερα μέχρι που κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε πως οφείλουμε να συμπράξουμε, να συν-δημιουργήσουμε, αυτά που συζητήσαμε κάπως κάπου να διατυπωθούν. Έτσι και ανταλλάξαμε μεταξύ μας μία υπόσχεση. Σχεδόν ένα χρόνο μετά η υπόσχεση αυτή γίνεται πραγματικότητα. Η συνέντευξη που ακολουθεί είναι αυτή η υπόσχεση.

1) Αγαπητή μου Στέλλα, προτού βυθιστούμε στη συζήτησή μας στα καλλιτεχνικά σου εγχειρήματα γενικότερα και ειδικότερα στις δύο ποιητικές σου συλλογές, Σάρκινοι Θεοί (2018) και 500mg Ωκυτοκίνης (2020), θα ήθελα να μάθω περισσότερα για τα πρώτα σου βήματα ως ποιήτρια. Πώς και πότε ξεκίνησες να γράφεις; Ήταν κάποιο συγκεκριμένο γεγονός που πυροδότησε την ποιητική έκφραση;
Σ.Κ: Άρη μου, ξεκίνησα να γράφω πιο συστηματικά από τα δεκαέξι μου, που είχα χωρίσει από τον εφηβικό μου έρωτα. Βέβαια, αν ρωτήσεις τη μητέρα μου θα σου πει πως έγγραφα από 7-8 χρονών, πολύ ολοκληρωμένα και με νόημα ποιηματάκια.
Ωστόσο, αυτό που θεωρώ ότι με ώθησε στο να ξεκινώ να γράφω ήταν η ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου, που διάβαζα πολύ ως έφηβη. Βέβαια, αυτό που πραγματικά με οδήγησε στον δρόμο της ποίησης ήταν η δημιουργία μιας Μούσας, η επιθυμία να πλέξω την αθανασία ενός ανθρώπου, που με στιγμάτισε υπαρξιακά. Αυτός ήταν ο μόνος δρόμος που είχα ονειρευτεί ποτέ να ακολουθήσω με την ποίηση μου.
2) Έχει υπάρξει κάποιος/α καλλιτέχνης ως πρότυπο ή/και μέντορας που επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεσαι ποιητικά;
Σ.Κ: Οι πρώτες μου επιρροές ποιητικά ήταν ο Χριστιανόπουλος, η Δημουλά κι ο Μπουκόφσκι. Αλλά μεγαλώνοντας πηγαίνω και σε πιο τρυφερά μονοπάτια.
3) Τί σημαίνει για εσένα ποίηση; Πώς ορίζεις τί είναι ποίηση;
Σ.Κ: Η ποίηση για μένα είναι ένας σαρκοβόρος μύκητας που κατοικεί μέσα στο κεφάλι σου και όταν θέλει να τραφεί σε τρελαίνει. Δηλαδή, όταν είσαι σε μια κατάσταση και βιώνεις έντονες συνθήκες ή τραυματικές, ενεργοποιείται και αν δεν γράψεις, παράξεις, εκφράσεις, νιώθεις ότι θα καταρρεύσεις. Θα διαλυθείς. Δεν είναι κάτι γλυκούλικο και χαριτωμένο σαν διαδικασία. Όσοι δημιουργούν, πονάνε.
4) Πώς και πότε ξέρεις ότι έχεις γράψει ένα καλό ποίημα;
Σ.Κ: Δεν ξέρεις ποτέ αν ένα ποίημα είναι καλό γιατί είσαι προκατειλημμένος από το βίωμα σου. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να έχεις ανθρώπους εμπιστοσύνης που θα σου πουν την αλήθεια. Αλλά, αν με ρωτάς, καλό ποίημα είναι μόνο αυτό με το οποίο μπορεί να συνδεθεί κάποιος. Για αυτό χρειάζεται αυτό που γράφεις να έρθει στο φως.
5) Πιστεύεις ότι η ποίησή σου είναι γενικότερα αυτοαναφορική ή/και αυτοβιογραφική; Αν ναι, πώς θεωρείς ότι έχει επηρεάσει το πώς εκλαμβάνεις τον εαυτό σου;
Σ.Κ: Η ποίηση που γράφω απορρέει καθαρά από τα βιώματα μου και την αναπτυξιακή μου πορεία. Το πώς σχετίζομαι με τον εαυτό μου και με τους άλλους ανθρώπους μεγαλώνοντας. Όσο μικρότερος είσαι, τόσο πιο εγωκεντρικός είσαι. Μεγαλώνοντας η σχέση αυτή αλλάζει. Αρχίζεις και αποκτάς μια άλλη συναίσθηση των πραγμάτων και αυτό μεταφέρεται στην ποίηση. Συνήθως, τα πρώτα ποιήματα είναι πιο αδύναμα γιατί είναι πιο αυτόματα, πιο έντονα τους λείπει η ανθρωπιά και η κατανόηση των άλλων.

6) Η Αμερικανή ποιήτρια Σύλβια Πλαθ μιλώντας για την εξομολογητική ποίησή της τόνισε ότι χρησιμοποιούσε στοιχεία της προσωπικής της ζωής όχι με σκοπό απλώς την αυτοαναφορικότητα αλλά πιστεύοντας ότι η προσωπική εμπειρία μπορεί να αποτελέσει καθρέφτης πιο μεγάλων, ευρύτερων ζητημάτων της κοινωνίας. Πόσο συμφωνείς με αυτό και πόσο πιστεύεις πως αντηχεί στη δική σου ποίηση;
Σ.Κ: Κοίταξε, πολλά ποιήματα μπορούν μέσα τους να κρύψουν κοινωνικές παθογένειες και στην ουσία να αναδείξουν προβλήματα της κάθε εποχής, όπως η πατριαρχία, ο πουριτανισμός, η κοινωνική ανισότητα κλπ. Στο τέλος, θεωρώ πως ο αναγνώστης έχει τον τελευταίο λόγο και μόνο αν αυτός το διακρίνει και το αναγάγει σε κάτι
πανανθρώπινο, λειτουργεί έτσι. Συνήθως, όταν γράφουμε ποίηση θέλουμε απλά να ηρεμήσουμε, να μας ανακουφίσουμε, να κάνουμε τον μικρόκοσμο μας ορατό κι όχι να θίξουμε μεγαλύτερα ζητήματα. Θέλουμε ο άλλος να συνδεθεί μαζί μας. Βέβαια, υπήρξαν και ποιητές στρατευμένοι που έγραφαν πολιτική ποίηση αυτοί είχαν όντως
ένα στόχο. Εγώ δεν θεωρώ πως η ποίηση μου μιλάει για κάποια σπουδαία ιδανικά ή κοινωνικά φαινόμενα. Όλα ξεκινούν και καταλήγουν στο υποκείμενο.
7) Πόσο σημαντικό είναι για εσένα να διατηρείς τη μοναδικότητα της ποιητικής σου έκφρασης από το να «συμμορφώνεσαι» σε κάποια κοινά ποιητικά πρότυπα;
Σ.Κ: Δεν με ενδιαφέρει κανένα ρεύμα, κανένα political correctness. Είναι σημαντικό για μένα να είμαι ειλικρινής. Και μέχρι τώρα δεν μου έχει κοστίσει.
8) Υπάρχουν κάποιες «απαγορευμένες» θεματικές για τις οποίες αισθάνεσαι άβολα να εκφραστείς; Αν ναι, ποιες και γιατί;
Σ.Κ: Ίσως το θέμα του σεξ και της μητρότητας να είναι δυο θέματα δύσκολα γιατί αρχετυπικά αφορούν όλους τους ανθρώπους αλλά το πρώτο είναι εύκολο να ευτελιστεί με κακή γραφή και το δεύτερο μπορεί να προσβάλει. Εισπράττω γενικά πως ενώ όλοι ανεξαρτήτως ηλικίας ασχολούνται με τον ερωτισμό και το σεξ, το θεωρούν φαιδρό να τονίζεται στην ποίηση, ειδικά ενός νέου ανθρώπου.
9) Ως σύγχρονη νεαρή ποιήτρια, ποια αισθάνεσαι ότι είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια έναντι της καλλιτεχνικής έμπνευσης και παραγωγής;
Σ.Κ: Το ότι έχουμε χάσει την υπομονή μας να διαβάζουμε. Πλέον με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η χρονική διάρκεια κατά την οποία μπορούμε να παραμείνουμε συγκεντρωμένοι σε ένα ανάγνωσμα ή ένα βιβλίο είναι περιορισμένη. Νομίζω πως πολλοί νέοι έχουμε αναπτύξει μια διάσπαση προσοχής που δεν μας επιτρέπει να διαβάσουμε, κι άρα να εμπνευστούμε από άλλους. Να βελτιωθούμε σαν αναγνώστες και συγγραφείς.
10) Πόσο σημαντικό είναι για εσένα το κοινό να κατανοεί τη συγγραφική σου οπτική και να εκτιμά την ποίησή σου;
Σ.Κ: Όταν εκθέτεις έτσι τον εαυτό σου σίγουρα επιδιώκεις μέσα σου ο αναγνώστης να το αναγνωρίσει αυτό. Αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, γιατί ο καθένας θα διαβάσει αυτό που έχει μέσα του, θα ερμηνεύσει το κείμενο μέσω μιας προβολής. Οπότε, δεν έχει μεγάλο νόημα για εμένα να φανεί η οπτική μου. Ο καθένας ας δει αυτό που θέλει και μπορεί.
11) Ποια είναι η σχέση σου με το κοινό σου, φυσικό ή/και διαδικτυακό;
Σ.Κ: Έχει τύχει να με πλησιάσει άτομο σε beach bar και να μου μιλήσει για τη συλλογή μου. Πρώτη φορά τον έβλεπα. Ήταν αμήχανο, αλλά πολύ τιμητικό. Το διαδικτυακό κοινό δεν μπορείς να το πάρεις στα σοβαρά. Σίγουρα υπάρχουν άτομα που εκτιμούν αυτά που γράφεις, αλλά ο καθένας από κάτι γράφει πλέον. Δεν υπάρχει
η ιδέα του κοινού πια, εκτός αν είσαι συγγραφέας μυθιστορημάτων που έχεις φανατικούς ακολούθους. Η ποίηση διαβάζεται από λίγους πραγματικά.

12) Νομίζω μετά από αυτή την ενδιαφέρουσα συνδιαλογή πληροφοριών, μπορούμε να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα για τις ποιητικές σου συλλογές. Πόσο σημαντικά είναι για εσένα τα εξώφυλλα των συλλογών σου; Θα ήθελες να μας δώσεις τη δική σου ερμηνεία για τα εξώφυλλα των συλλογών Σάρκινοι Θεοι (Ανθρώπινα Δαιμόνια) και 500mg Ωκυτοκίνης;
Σ.Κ: Με τον Σταύρο όταν ενώσαμε τις συλλογές μας δεν ξέραμε πως να βγάλουμε τον κοινό τίτλο του τόμου, ούτε τι εξώφυλλο να βάλουμε. Κάποια στιγμή, κοιτώντας σε διάφορες ιστοσελίδες έπεσα σε αυτήν την εικόνα και μου γεννήθηκε κι ο τίτλος. Δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη ιστορία, απλά την θεώρησα πολύ ταιριαστή και καλαίσθητη
για το βιβλίο μας. Ήθελα κάτι μοντέρνο. Όσον αφορά τη δεύτερη, αν είχα ονειρευτεί μια εικόνα για το βιβλίο μου, αυτή θα ήταν. Πάτησα απλά στην αναζήτηση «μάνα και κόρη» και μου έβγαλε αυτό τον πίνακα του Egon Schiele.
Τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή αυτόν τον πίνακα. Και μου αρέσει που πολλές φορές διακρίνουν τα βιβλία μου στο άσπρο και το κόκκινο.
13) Στη γραφή σου γίνεται συχνά αναφορά στον νεανικό έρωτα και τη σαρκική, σεξουαλική επαφή. Πόσο συνδέονται αυτά μεταξύ τους και πόσο διαφοροποιούνται κατά τη γνώμη σου;
Σ.Κ: Είμαι πολύ επηρεασμένη από τον φιλόσοφο Bataille που αναφέρει πως ο ερωτισμός είναι μια κατάσταση που μας οδηγεί στην ακρότητα, την πτώση και τη διακύβευση των ιδανικών. Δεν είναι απλώς ηδονή και κούφια τέρψη
ενστίκτων, είναι το μέσο που μας οδηγεί στο να ξεπεράσουμε τα όρια μας και μας φέρνει πολύ κοντά με την ύπαρξη και την ανυπαρξία. Το σεξ είναι η ανάγκη για ζωή και κυριαρχία ενώ ο έρωτας ανάγκη για αγάπη και τρυφερότητα.
14) Μία άλλη θεματική που συχνά συνάντησα ως αναγνώστης στην ποίησή σου είναι η δυαδικότητα αθανασίας και θανάτου. Κατά πόσο γίνεται η αναφορά αυτή κυριολεκτικά και πόσο μεταφορικά;
Σ.Κ: Αυτό ήταν η αρχή του παντός. Η αθανασία κάποιου. Μεγάλη ψευδαίσθηση, γιατί δεν αξίζει σε κανέναν άνθρωπο να είναι Θεός ή αθάνατος. Αλλά όλο αυτό ξεκίνησε σαν μια προβολή της δικής μου νεανικής παντοδυναμίας που συνθλίβεται στις ματαιώσεις που φέρνει η ζωή. Κι αυτό έχει άμεση σχέση με τον έρωτα, που είναι συνήθως οι πρώτες ματαιώσεις που βιώνεις ως ενήλικας.
15) Από πού πηγάζει αυτή η «εμμονή» με το θάνατο;
Σ.Κ: Αφενός, έχασα δυο φίλες συνομήλικές μου, η μία ήταν 19 και η άλλη 23. Αυτή η εικόνα της μάνας να χάνει το παιδί της δεν θα βγει ποτέ από το μυαλό μου. Όλα έκτοτε έχουν πολύ θανατερά και κυνικά για εμένα, και το πένθος είναι ένα συναίσθημα που το βιώνουμε συχνά και σε συμβολικό επίπεδο, που έχει να κάνει με την απώλεια. Π.χ. ένας ρόλος ή κομμάτια του εαυτού μας που δεν υπάρχουν πια ή δεν μπορούμε να τα προσεγγίσουμε.
16) Πόσο σημαντικοί είναι για εσένα οι αρχαιοελληνικοί μύθοι και τί σε εμπνέει να τους επανακατασκευάζεις μέσω της συγγραφής σου;
Σ.Κ: Πλέον νομίζω πως οι βασικές μου επιρροές είναι από την αρχαία ελληνική μυθολογία και τη θρησκεία. Μπορείς να βρεις απίστευτες εικόνες και συμβολισμούς που είναι σημαντικοί και σταθεροί στο διηνεκές. Πολύ σημαντικά εργαλεία για έναν άνθρωπο που έχει τη τάση να συνδέει πράγματα γενικά.
17) Στο ποίημά σου «Στο Ιατρικό Γραφείο» από τους Σάρκινους Θεούς, κατά τη δική μου ερμηνεία, εισάγεις έναν κρίσιμο προβληματισμό: πόσο ολιστική είναι η προσέγγιση της ιατρικής επιστήμης προς την υγεία του ανθρώπου; Τί σε παρακίνησε να θίξεις ένα τέτοιο ζήτημα;
Σ.Κ: Αυτό ήταν πραγματικός διάλογος με τον γιατρό μου, όταν είχα ένα ελαφρύ θέμα υγείας που επανέρχονταν ξανά και ξανά και δεν υπήρχε οργανικό αίτιο. Δεν ήταν άμεσα να θίξω την ολιστικότητα ή -αν με ρωτάς- την ενδοσκοπική θέση ή ενσυναίσθηση των γιατρών, γιατί αυτό χρειάζεται ένα δεύτερο επίπεδο επαφής με τον ασθενή. Το πρώτο πράγμα που θα εξετάσει κάποιος πρακτικά είναι τα οργανικά αίτια, αλλά θεωρώ πως σχολιάζω με μια ελαφριά αλλά και πικρή δόση χιούμορ το πως καμιά φορά τα δύσκολα συναισθήματα μας, μας επιβαρύνουν το σώμα.
18) Πιστεύεις στην θεραπευτική δύναμη της ποιητικής έκφρασης;
Σ.Κ: Η έκφραση από μόνη της είναι θεραπευτική. Άλλοι χορεύουν, άλλοι συνθέτουν μουσική κλπ. Όσο πιο πολύ “ξερνάς” αυτά που σε τρώνε, τόσο πιο πολύ δημιουργείς χώρο για αυτά που πραγματικά έχεις ανάγκη και θέλουν να σε ανθίσουν. Αυτό πιστεύω.
19) Πώς θα περιέγραφες τη μετάβαση σου από τους Σάρκινους Θεούς στα 500mg Ωκυτοκίνης;
Σ.Κ: Είναι σίγουρα μια ενηλικίωση. Θεωρώ πως όλη αυτή η βία και ορμή της πρώτης (την οποία πλέον δεν μπορώ να την διαβάσω με ευκολία, μου φαίνεται πάρα πολύ σκληρή), μαλάκωσε και έδωσε χώρο σε θέματα που δεν είναι τόσο αυτοαναφορικά όπως η μητρότητα.

20) Θα ήθελες να μας εξηγήσεις πώς έγινε η επιλογή του τίτλου 500mg Ωκυτοκίνης καθώς και τί αντιπροσωπεύει;
Σ.Κ: Όλο το βιβλίο έχει να κάνει με την μητρότητα και το πως συνδέομαι μαζί της. Ωκυτοκίνη είναι η ορμόνη της αγάπης, και βιώνεται άμεσα από την μητέρα από τον τοκετό ακόμα. Κάποιες μητέρες παίρνουν εξωγενή ωκυτοκίνη για διάφορα ιατρικά θέματα. Στην ουσία πρόκειται για μια υπερδοσολογία, μια υπερβολή, μια ανάγκη αν θες που ζητιανεύει ο τίτλος.
21) Διαβάζοντας τα περιεχόμενα της συλλογής 500mg Ωκυτοκίνης ως αναγνώστης πρόσεξα το εξής: η συλλογή είναι χωρισμένη σε τρεις υποενότητες από τις οποίες η κάθε μία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μία ανθρώπινη βιολογική λειτουργία ή/και ανάγκη. Για παράδειγμα, η πρώτη «Πεινάω». Πώς προέκυψε η επιλογή αυτών των θεματικών;
Σ.Κ: Η πρώτη ενότητα κάνει νύξεις για διατροφικές διαταραχές (όπου στον κόσμο της ψυχανάλυσης είναι συνδεδεμένες με τη σχέση του ανθρώπου με την μητέρα του) όπως και για γενικά προβληματικές πρακτικές διαχείρισης καταστάσεων οι οποίες έχουν ένα συμβολικό χαρακτήρα. Η πείνα μπορεί να είναι για το φαγητό αλλά συνήθως συμβολικά μεταφέρεται ως έκκληση για φροντίδα, στοργή, αποδοχή και ανακούφιση. Όταν είσαι πεινασμένος “καταπίνεις τραπέζια”, δάκρυα, κακοποιητικές συμπεριφορές και δεν υπάρχει πάντα η δυνατότητα κάθαρσης με υγιή τρόπο (κάθαρση = επεισόδια εμετού ή χρήση καθαρτικών για την τροφή).
22) Μία τελευταία ερώτηση σχετικά με τη δεύτερη συλλογή σου. Γίνονται πολύ συχνά αναφορές στο σύμβολο της μητέρας ή/και σε άλλα οικογενειακά πρόσωπα. Τί σε παρακίνησε να τα συμπεριλάβεις συγγραφικά και πόσο σημαντικά είναι αυτά τα πρόσωπα για εσένα;
Σ.Κ: Γενικά θεωρώ πως υπάρχει ένα συλλογικό ασυνείδητο σε σχέση με αυτά τα σύμβολα, της γονεϊκότητας και από τα πιο σημαντικά της μητρότητας. Σίγουρα θεωρώ πως υπάρχει θάρρος στο να τα προσεγγίσεις συγγραφικά, αλλά ακόμα το ψάχνω αυτό το κομμάτι. Πάντα με εμπνέει η αναπτυξιακή μου εξέλιξη, η ωρίμανση και το πώς αλληλεπιδράμε με το περιβάλλον γύρω μας και μέσα μας
23) Κλείνοντας σιγά, σιγά αυτή τη διαδικτυακή μας συζήτηση, θα ήθελα να σε ρωτήσω, τρέφεις κάποιο καλλιτεχνικό όραμα για το μέλλον; Αν ναι, θα μπορούσες να μιλήσεις για αυτό;
Σ.Κ: Θα ήθελα πολύ- γιατί ασχολούμαι και με την παραγωγή ηλεκτρονικής μουσικής- να μελοποιήσω κάποια ποιήματα ή στίχους μου όπως έκαναν σε στυλ η Λένα Πλάτωνος ή οι Stereo Nova. Σαν σημείο αναφοράς έχω το “Cyaniris” και μου άρεσε πολύ και η δουλειά της Πλάτωνος με τον Die Arkitekt (Julian). Αλλά ακόμα δεν διαθέτω την τεχνογνωσία να το κάνω.
24) Αν υποθέσουμε ότι στο μακρινό μέλλον η ποίησή σου καταγράφεται στην ιστορία, πώς θα ήθελες να τη θυμάται ο κόσμος;
Σ.Κ: Σαν ειλικρινή και ανθρώπινη.
25) Πριν σημειώσουμε τέλος σε αυτή τη γραπτή συζήτησή μας- γιατί είμαι σίγουρος θα κάνουμε πολλές άλλες στην έξω ζωή- θα ήθελες να προσθέσεις κάτι;
Σ.Κ: Άρη μου σε ευχαριστώ πραγματικά για αυτές τις ζεστές ερωτήσεις και το χρόνο σου επάνω στα πονήματα μου. Θα ήθελα να αναφέρω πως ο φόβος είναι βοηθητικό συναίσθημα, αλλά κανείς δεν πήγε ποτέ μακριά τη ζωή του χωρίς λίγο ρίσκο. Αυτό, για όσους θέλουν να εκδώσουν και φοβούνται να εκτεθούν. Στο τέλος, η ιστορία θα μας κρίνει όλους.
Επίσης, θα ήθελα να σε ευχαριστήσω από καρδιάς που δέχτηκες την πρόσκλησή μου για τη συνέντευξη. Χαίρομαι πολύ για αυτό που δημιουργήσαμε μαζί και εύχομαι και το αναγνωστικό κοινό να το απολαύσει εξίσου. Και κλείνοντας να σου αφιερώσω λίγους δικούς μου στίχους:
ίσως η μαγεία της ζωής να κρύβεται παντού:
στον αέρα που αναπνέουμε,
στον αέρα που αποπνέουμε,
στην ίδια μας την ύπαρξη
Ο Άρης Κλειώτης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη της Δράμας το 1996. Είναι προπτυχιακός και μεταπτυχιακός απόφοιτος του τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ΑΠΘ. Ερευνητικά έχει εντρυφήσει κυρίως στις queer-crip σπουδές αναφορικά με την διεπαφή των ταυτοτήτων αναπηρίας και ομοφυλοφιλίας και την έκφραση κοινωνικού φύλου. Σημαντική έχει υπάρξει στην προσωπική και επαγγελματική του εξέλιξη η απασχόληση του ως ερευνητής πεδίου-συνεντευκτής στην ΑΜΚΕ Istorima του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος τα έτη 2021-2022, το εθελοντικό του έργο ως βοηθός αρχισυντάκτη και συνεντευκτής στο διαδικτυακό δίγλωσσο περιοδικό ποίησης Poeticanet από το 2019, καθώς και στο Σύλλογο Παραπληγικών Ν. Δράμας από το 2016 κυρίως διοικητικά. Επίσης, ασχολείται με τη δημιουργική γραφή από το 2012 και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί και στην Ελληνική και στην Αγγλική στην Ελλάδα και την Αμερική. Φιλοδοξεί στο μέλλον να εκδώσει τη πρώτη του δίγλωσση ποιητική συλλογή και το πρώτο του αυτοβιογραφικό διήγημα, καθώς και να συνεχίσει να προσφέρει κοινωνικά και πολιτισμικά με τα δικά του μέσα σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
