Συνομιλώντας με τον Σωτήρη Ρουμελιώτη!

Είναι αστείο αν αναλογιστεί κανείς πώς πολλές φορές, ανθρώπους που έχουμε χρόνια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν τους έχουμε πει ποτέ ούτε μια καλημέρα στον δρόμο. Δεν ξέρουμε πώς μοιάζουν πέραν της φωτογραφίας που βλέπουμε, πώς κινούνται, πώς εκφράζονται, πώς δημιουργούν.

Μια τέτοια περίπτωση ήταν και για εμένα ο Σωτήρης Ρουμελιώτης. Χρόνια πολλά γνωστός μου-άγνωστος, πίσω από μια οθόνη, μέρος των δελτίων τύπου που διάβαζα και ένας νέος γεμάτος ταλέντο και όμορφες δουλειές να φέρουν την υπογραφή του. Και κάπως έτσι, και μετά τον υπέροχο Ματία Πασκάλ στο θέατρο Τ, ήρθε η ώρα να μιλήσουμε λίγο περισσότερο, λίγο πιο συγκεκριμένα.

Σωτήρη, τι θα ήθελες να ξέρει το κοινό για εσένα; Πώς θα συστηνόσουν αν γνώριζες τους θεατές στον δρόμο;

Όσον αφορά τις καλλιτεχνικές μου ιδιότητες, θα έλεγα πως εμπλέκομαι σε θεατρικές παραστάσεις σας σκηνοθέτης, ηθοποιός και σχεδιαστής φωτισμών, ενώ λατρεύω να δουλεύω και με παιδιά ως θεατροπαιδαγωγός. Από εκεί και πέρα, αυτό που θα ήθελα να γνωρίζουν οι άνθρωποι για τη δουλειά μου είναι ότι έχω ένα άκρατο πάθος να δημιουργώ και να ανακαλύπτω τον κόσμο και τον εαυτό μου μέσα από τη σκηνική τέχνη, αλλά και κάθε μορφή τέχνης γενικότερα. Είμαι ολοκληρωτικά δοσμένος στη θεατρική δημιουργία και δουλεύω ακατάπαυστα για να προκύπτουν παραστάσεις αξιόλογες και ουσιαστικές, με ακρίβεια και βάθος, ποιότητες που θεωρώ ότι είναι δυσεύρετες σε μια εποχή όπου όλα «τρέχουν» και καταναλώνονται με αβυσσαλέους ρυθμούς.

Σε μια εποχή δύσκολη για την τέχνη, το κοινό έχει ανάγκη από το καλό θέατρο;

Δεν μπορώ να απαντήσω εκ μέρους άλλων, εγώ πάντως το χρειάζομαι σίγουρα. Όπως κάθε εποχή, έτσι και η τωρινή έχει τις δυσκολίες της, όχι μόνο για τις τέχνες αλλά και για την ανθρώπινη ύπαρξη γενικότερα. Νομίζω, βέβαια, ότι σήμερα η κατάσταση έχει παρεκτραπεί ανεπανόρθωτα λόγω της υπερπληροφόρησης και της «διάσπασης» που προκαλεί η απόλυτη κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Πρόκειται για μια διάσπαση τόσο διαπροσωπική όσο και ατομική – οι άνθρωποι επικοινωνούν κυρίως μέσα από οθόνες, απέχοντας από το πραγματικό κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και διαπληκτίζονται για ψύλλου πήδημα, συγχυσμένοι από την παραπληροφόρηση και την απάνθρωπη ταχύτητα της σύγχρονης καθημερινότητας, και αδυνατώντας να αφουγκραστούν τί χρειάζεται το σώμα και η ψυχή τους. Το θέατρο, λοιπόν, – αλλά ένα θέατρο που δεν αποσκοπεί μόνο στην εισπρακτική επιτυχία και δεν λειτουργεί αποκλειστικά με καταναλωτικούς όρους – μπορεί να αποτελέσει ένα καταφύγιο από την καταιγίδα της πραγματικότητας, να αποτελέσει μια «στάση» από τον αγώνα της καθημερινότητας όπου οι άνθρωποι μπορούν να δουν και να οραματιστούν τη ζωή τους διαφορετικά. Και το πιο υπέροχο με το θέατρο είναι ότι συνιστά μια συλλογική διαδικασία, εμπλέκονται τόσο οι συντελεστές όσο και οι θεατές. Αν το θέατρο επιτυγχάνει να είναι μια τέτοια διαδικασία κοινωνικής συνάντησης και οραματισμού, τότε είναι οπωσδήποτε αναγκαίο σε έναν κόσμο αποκτήνωσης και μοναξιάς.

Σε βλέπουμε να δημιουργείς και να παρουσιάζεις τις δουλειές σου στο Θέατρο Τ. Πες μας δυο λόγια για αυτή την καλλιτεχνική σου στέγη.

Το Θέατρο Τ είναι το πρώτο μου καλλιτεχνικό σπίτι, εκεί μου δόθηκε χώρος να ξεκινήσω την καριέρα μου και, μάλιστα, μέσα στην καρδιά του κύματος του κορονοϊού. Από το 2020 δημιουργώ εκεί σαν σκηνοθέτης, σχεδιαστής φωτισμών, ηθοποιός, και νιώθω τεράστια ασφάλεια, έχοντας την απόλυτη καλλιτεχνική εμπιστοσύνη και στήριξη της Γλυκερίας Καλαϊτζή, της Μαρίας Καραδελόγλου και της Ευαγγελίας Κιρκινέ, που είναι οι «πυλώνες» του Θεάτρου Τ. Έτσι, αφενός αισθάνομαι πολύ άνετα να δοκιμάζω τις ιδέες μου σε ένα οικείο περιβάλλον και αφετέρου τιμώ το «σπίτι» που με έθρεψε καλλιτεχνικά. Τέλος, να σημειώσω ότι είναι το μόνο θέατρο στη Θεσσαλονίκη που από θέση και με συνέπεια στηρίζει τους νέους ντόπιους καλλιτέχνες.

Πιραντέλλο και θέατρο του παραλόγου. Τι κινδύνους κρύβει για έναν δημιουργό;

Ο Πιραντέλλο σίγουρα επηρέασε το μεταγενέστερό του δραματουργικό κύμα που χαρακτηρίστηκε ως «θέατρο του παραλόγου» (να σημειώσουμε εδώ ότι ο όρος δε σημαίνει το ακατανόητο, ακαταλαβίστικο θέατρο, αλλά αυτό που προσπαθεί να αγγίξει περιοχές και καταστάσεις πέρα από τον λόγο, που δεν μπορούμε να τις προσεγγίσουμε μόνο με την λογική). Και αυτό, διότι η γραφή του είναι ποτισμένη από έναν βαθύ υποκειμενισμό, με έντονες υπαρξιακές αναζητήσεις που δοκιμάζουν τα όρια της ανθρώπινης σκέψης. Ο Πιραντέλλο διασπείρει τις φιλοσοφικές του ιδέες μέσα σε ιστορίες της ιταλικής υπαίθρου, σε περιπέτειες απλών ανθρώπων, και εκεί αποδεικνύεται για εμένα η μεγάλη του μαεστρία. Σε μια θεατρική διασκευή ωστόσο, υπάρχει μια διπλή παγίδα που ελλοχεύει: είτε να παρασυρθεί κάποιος από την «γάργαρη» πλοκή των ιστοριών καταλήγοντας σε μια απλή θεατρική ηθογραφία και παραγκωνίζοντας τις ισχυρές υπαρξιακές αντηχήσεις της πιραντελλικής γραφής, είτε, αντίθετα, θέλοντας να αναδείξει τους στοχασμούς του συγγραφέα, να δημιουργήσει μια παράσταση άτονη, βερμπαλιστική και δυσνόητη. Η μεγάλη δυσκολία, λοιπόν, τόσο με τον Πιραντέλλο όσο και με το θέατρο του παραλόγου είναι να μπορέσει να βρεθεί μια κρίσιμη ισορροπία ανάμεσα στην καθημερινή ζωή και την φιλοσοφική της θέαση, ανάμεσα στο ανθρώπινο και το συμπαντικό.

Παρά τα πολλά θεατρικά έργα του συγγραφέα, εσύ επέλεξες ένα άκρως αφηγηματικό για να αποτελέσει τον πυρήνα της παράστασή σου; Τι σε τράβηξε στον Ματία Πασκάλ;

Γενικά, δε με ερεθίζουν ιδιαίτερα τα θεατρικά κείμενα. Φυσικά υπάρχουν αριστουργηματικά έργα, ωστόσο εμένα το γούστο μου με οδηγεί κυρίως σε μυθιστορήματα, μικρές ιστορίες ή σε διαφόρων ειδών έντυπα. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Πιραντέλλο με  γοήτευσε πρώτα πρώτα η ίδια η πλοκή, η περιπέτεια αυτού του Ματία Πασκάλ που, θέλοντας να τρέξει μακριά από τις ευθύνες του και να ζήσει μια «ελεύθερη»   ζωή, επέλεξε να αλλάξει «πρόσωπο» και τελικά κατέληξε να είναι «φυλακισμένος» σε έναν  «απολεσθέντα εαυτό». Μπορεί όλο αυτό να ακούγεται μπερδεμένο και βαρύγδουπο, αλλά αυτό είναι το συγκλονιστικό με το συγκεκριμένο έργο του Πιραντέλλο. Κατορθώνει να παρουσιάσει πολύ βαθιές υπαρξιακές καταστάσεις και φιλοσοφικές ιδέες με ένα πολύ καθαρό τρόπο, μέσα από μια περιπετειώδη αφήγηση. Επιπλέον, είναι ένα μυθιστόρημα που δεν έχει παρουσιαστεί θεατρικά στην Ελλάδα, επομένως ήθελε να το «συστήσω» σε περισσότερα άτομα. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό οι νέοι δημιουργοί να προτείνουμε και νέα κείμενα, νέα υλικά και ιδέες.

Πώς είναι να συνδυάζεις το δικό σου νέο πνεύμα με ένα κείμενο που μετράει κάποιες δεκαετίες;

Τα σπουδαία κείμενα εμπεριέχουν ιδέες και καταστάσεις διαχρονικές και πανανθρώπινες, επομένως αφορούν κάθε εποχή και κάθε άνθρωπο. Όταν καταπιάνεσαι με τέτοια κείμενα – στα οποία συγκαταλέγω και τον «Μακαρίτη Ματία Πασκάλ» – είναι πολύ ενδιαφέρον αλλά συνάμα είναι και μεγάλο στοίχημα το να καταφέρεις να ζωντανέψεις την ουσία και τους κόσμους αυτών των παλαιότερων γραπτών στο σήμερα, να δημιουργήσεις μια γέφυρα επικοινωνίας με το σύγχρονο κοινό. Προσωπικά, είχα μια έντονη εσωτερική επαφή με το έργο, το μελέτησα αρκετά, παλέψαμε πολύ με τη Γλυκερία Καλαϊτζή προκειμένου να γίνει μια διασκευή που να διατηρεί το πνεύμα και τους εκφραστικούς χυμούς του Πιραντέλλο, αλλά ταυτόχρονα να απευθύνεται σκηνικά στο κοινό της εποχής μας. Τελικά, νομίζω καταφέραμε να δημιουργήσουμε μια παράσταση με φρεσκάδα και με μια ενδιαφέρουσα μίξη παραδοσιακών αλλά και σύγχρονων θεατρικών μέσων, η οποία έχει στον πυρήνα της το Πιραντελλικό κείμενο των αρχών του προηγούμενου αιώνα αλλά «στέκεται» δυναμικά στο παρόν.

Τι είναι αυτό που θέλησες να αναδείξεις μέσω της παράστασής σου;

Ενώ παλιότερα είχα μια – πολλές φορές υποσυνείδητη – αγωνία να αποδείξω τις σκηνοθετικές μου δυνατότητες, αυτή τη φορά αποφάσισα να αφεθώ στο ένστικτό μου και να βασιστώ στη ροή του κειμένου. Από τη μέχρι τώρα πορεία της παράστασης, θεωρώ ότι δικαιώθηκα. Κύριο μέλημά μου ήταν να παρουσιαστεί σκηνικά η περιπέτεια του Ματία Πασκάλ, αιχμαλωτίζοντας τις ποικίλες ατμόσφαιρες και την κινηματογραφική διάσταση του μυθιστορήματος, και καταφέρνοντας να αγγίξουν τα υπαρξιακά ερωτήματά του τους θεατές. Δεν είμαι καθόλου υπέρ του να ορίζει ένας σκηνοθέτης ένα κεντρικό μήνυμα και να προσπαθεί σε όλη την παράσταση να το κάνει εμφανές. Στη ζωή συμβαίνουν τόσα πράγματα ταυτόχρονα, περνάμε από τόσες εσωτερικές διακυμάνσεις. Έτσι, και με τον «Πασκάλ» επεδίωξα να αφήσω την ίδια την ιστορία να αναπνεύσει και να ξεδιπλωθεί με τέτοιο τρόπο και ρυθμό που να επιτρέπει στο κοινό και να απολαύσει θεατρικά και να ταρακουνηθεί υπαρξιακά. Μακάρι να τα κατεφέραμε.

Θα έκανες ποτέ στρατευμένο θέατρο;

Θα έκανα οποιοδήποτε είδος θεάτρου με εξέφραζε ή αισθανόμουν την ανάγκη να κάνω μια δεδομένη στιγμή. Για εμένα η κινητήριος δύναμη είναι η εσώτερη καλλιτεχνική μου ορμή και όχι κάποια κοινωνικοπολιτική τάση, μόδα, ιδεολογία ή οποιουδήποτε τύπου ανάθεση από κάποιον μεγάλο φορέα. Θεωρώ σημαντικό οι καλλιτέχνες να εκφράζουν δυναμικά τις απόψεις τους για τα φλέγοντα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, αλλά δεν είναι απαραίτητο να εντάσσουν απροκάλυπτα αυτές τις απόψεις και στο έργο τους, κάνοντας  προπαγάνδα ή «μάθημα» στο κοινό. Νομίζω ότι μόνο αν ένας καλλιτέχνης έχει μια βαθύτερη υπαρξιακή ανάγκη να μιλήσει για κάτι πρέπει να το προσεγγίζει με την τέχνη του. Και το σημαντικό είναι να βρίσκει τρόπο να το εντάσσει έντεχνα, ουσιαστικά, εμπνευσμένα, αποφεύγοντας τις κοινοτοπίες και τον εύκολο, φθηνό λαϊκισμό.

Αν σου ζητούσα να ξεχωρίσεις κάποιους συγγραφείς και να δουλεύεις μόνο τα έργα τους, ποιους θα επέλεγες;

Ώπα! Εδώ θα πω το γνωστό «είναι τόσοι πολλοί που δεν μπορώ να διαλέξω». Ωστόσο, θα αναφέρω μερικά «μεγάλα» ονόματα, αδικώντας αμέτρητα άλλα. Από Έλληνες συγγραφείς λατρεύω τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Στράτη Μυριβήλη. Ειλικρινά, θα μπορούσα να δουλεύω για πάντα με τις συγκλονιστικές ιστορίες τους και τις εξαίσιες γλωσσικές εκφράσεις τους. Από ξένους, όσο προφανές κι αν είναι, δεν μπορώ να μην αναφέρω τον Πιραντέλλο, με το βαθύ ιδιοσυγκρασιακό γλυκόπικρο χιούμορ του. Επίσης, λατρεύω τον Γκόγκολ, τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, τον Γουίλιαμ Μπάροουζ, τον Τομ Ρόμπινς και σταματάω εδώ γιατί πραγματικά δεν τελειώνει η λίστα.

Σε μια περίοδο που το εύκολο χρήμα και τα sold out είναι ο στόχος των θεατρικών παραγωγών, πόσο δύσκολο είναι να κρατηθούν τα ποιοτικά στάνταρ στο ανέβασμα μιας παράστασης;

Πολύ δύσκολο. Θέλει πραγματικά γερό στομάχι και τρομερό κόπο από τους δημιουργούς προκειμένου να υπάρξουν κάποια ποιοτικά αντίβαρα σε ένα μια τόσο εμπορευματοποιημένη κατάσταση, όπως έχει καταντήσει να είναι η δημιουργία μιας παράστασης. Κείμενα λογοκρίνονται επειδή μπορεί να μην είναι «πιασάρικα» ή να «ενοχλήσουν» το κοινό, ηθοποιοί απορρίπτονται επειδή δεν έχουν πολλούς ακολούθους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι οικονομικοί προϋπολογισμοί για τα σκηνικά, τις αμοιβές των συντελεστών και για τόσα άλλα είναι μηδαμινοί ενώ αναμένεται ένα «πλούσιο» αποτέλεσμα… Και, φυσικά, δεν υπάρχει χρόνος για πειραματισμό ή ουσιαστική καλλιτεχνική διερεύνηση. Όλα πρέπει να γίνουν το πολύ σε δύο μήνες! Και εννοείται το παν είναι η προώθηση, εικόνες και βίντεο που μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με την ουσία του έργου, αλλά άμα «τραβάνε το μάτι» δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να έρθει ο κόσμος! Το τί θα δουν οι θεατές έχει αρχίσει να μας αφορά λιγότερο από όλα τα «γύρω γύρω». Προσωπικά, αυτό που με θλίβει περισσότερο δεν είναι η στάση των παραγωγών, αλλά ορισμένων δημιουργών – και μάλιστα νέων – οι οποίοι έχουν παραδοθεί σε αυτή την κατάσταση και σκέφτονται περισσότερο με οικονομικούς παρά με καλλιτεχνικούς όρους.

Θα μου αποκαλύψεις ένα μελλοντικό σου σχέδιο;

Μόλις ξεκινήσαμε πρόβες για την επόμενη παράσταση που θα σκηνοθετήσω. Θα είναι βασισμένη στη νουβέλα “Senso” του Camillo Boito (φαίνεται οι Ιταλοί συγγραφείς με σαγηνεύουν ιδιαιτέρως) και έχουμε δημιουργήσει μια πολύ ωραία φρέσκια ομάδα με τρεις νεότατες ηθοποιούς και έναν επίσης νεαρό μα θαυματουργό μουσικοσυνθέτη. Θα δουλέψουμε πειραματικά και χωρίς πίεση χρόνου και όταν η δουλειά μας είναι έτοιμη θα την παρουσιάσουμε στη Θεσσαλονίκη και όπου αλλού!

Πού θα σε δούμε στο μέλλον;

Στα μέσα Μαρτίου το Θέατρο Τ θα φιλοξενήσει για δεύτερη χρονιά το Outreach Project, έναν θεσμό που εδώ και κάποια χρόνια επιχειρεί να αναζωπυρώσει την παραγωγή και προώθηση της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας. Έχω αναλάβει τη σκηνοθετική επιμέλεια της παρουσίασης ενός τέτοιου νέου έργου και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος, αφενός γιατί είναι μια ωραία ευκαιρία να ανοίξει μια συζήτηση σχετικά με την εγχώρια δραματουργία και τις σκηνικές της δυνατότητες, αφετέρου γιατί θα δουλέψουμε μαζί με νέα ταλαντούχα άτομα από την κατεύθυνση Υποκριτικής του Τμήματος Θεάτρου του Α.Π.Θ.  Νέα έργα και νέοι ηθοποιοί, ό,τι καλύτερο!

Από εκεί και πέρα θα είμαι διαρκώς μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης, εμπλεκόμενος σε παραστάσεις και συνεργασίες που με εμπνέουν και με πηγαίνουν ένα βήμα παραπέρα δημιουργικά!

Δώσε μου ένα σχόλιο για το σήμερα;

Αισθάνομαι ότι η αγένεια και η φρικώδης πραγματικότητα έχουν αρχίσει να στραγγαλίζουν την εγκαρδιότητα και την ποίηση. Πιστεύω ότι πρέπει να πάψουμε να μιλάμε, να σκεφτόμαστε και να ζούμε τόσο κυριολεκτικά, και να ανεβαίνουμε περισσότερο στο καρουζέλ της φαντασίας, ώστε η ψυχή μας να παίρνει μερικές παιχνιδιάρικες στροφές.

Δώσε μου μια ευχή για το μέλλον.

Εύχομαι οι άνθρωποι να κοιτάζουμε περισσότερο το φεγγάρι, να μιλάμε λιγότερο με τα στόματα και περισσότερο με τα μάτια, να λαχταράμε και να παλεύουμε για το «αδύνατο».

Κι έτσι η κουβέντα αυτή έφτασε στο τέλος της. Κι εγώ σκέφτομαι αυτό που είπα στην αρχή. Πόσους κόσμους και τι μεγαλείο σκέψης κρύβει ο καθένας μας στην ύπαρξη ή την ανυπαρξία μας πίσω από μια οθόνη. Κι ο Σωτήρης, ως φαίνεται έχει πολλά να μας αποκαλύψει στις δουλειές που θα δούμε στο μέλλον από αυτόν. Δια ζώσης, στα λίγα μέτρα απέναντί μας, κι όχι σε πίξελ και φωτεινές εκλάμψεις.

Σχολιάστε