Στο σπίτι με το καφασωτό στην ξύλινη πόρτα φέτος δεν κρέμασαν κόκκινο πανί. Στην αυλή, δεν μύρισε το ξύδι από την μπογιά και κανείς δεν έφερε αυγά μαζεμένα σε καλάθια, καθαρά και άσπρα για να βαφτούν στο χρώμα της θυσίας. Στο σπίτι αυτό, επικρατούσε μια σιγή. Πένθιμη. Που την τάραζε μόνο ένας ρυθμικός ήχος από καρφιά που καρφωνόταν σε ξύλινα δοκάρια.
-Τέτοια μέρα, μόνο οι Φαρισαίοι ασχολούνται με καρφιά!
Στο ξύλινο δοκάρι που κρατούσε την καμάρα της σάλας, μια φωτογραφία είχε γύρει. Ήταν ένα οικογενειακό πορτραίτο, σε μια κορνίζα βαριά και επιχρυσωμένη. Στο κέντρο, ένας άντρας, όχι πάνω από 40, πίσω του μια γυναίκα αρκετά νεότερη και τρία παιδιά. Όλοι τους εγκρατείς και χωρίς περιττά γέλια. Σαν να μην τους άγγιζε η χαρά. Σαν να μην ήταν κανείς τους έτοιμος, ή καλύτερα, σαν να μην ήταν κανείς φτιαγμένος για να είναι μέλος αυτής της οικογένειας, και κατ’ επέκταση αυτής της φωτογραφίας.
-Σου μιλάω κι εσύ δεν μου δίνεις σημασία. Τέτοια μέρα, οι μόνοι που ασχολούνται με καρφιά είναι οι Φαρισαίοι.
Το σφυρί συνέχισε να χτυπάει ρυθμικά μια πρόκα που έμελλε να σηκώσει το βάρος της κορνίζας για τα επόμενα χρόνια. Χτυπήματα βαριεστημένα. Χτυπήματα αμφίβολα. Σαν να μην ήθελαν να δώσουν άλλον χρόνο, άλλο τόπο και κυρίως άλλα βλέμματα σε αυτή την κατά τα άλλα όμορφη απεικόνιση της οικογένειας. Στην μόνη ίσως, ανάμνηση.
-Ποτέ δεν με άκουσες. Πάντα του κεφαλιού σου.
Η κορνίζα ξεκρεμάστηκε προσεκτικά. Καθαρίστηκε με ευλάβεια. Να μην μείνει χιλιοστό θαμπάδας στο τζάμι. Με ιδιαίτερη επιμέλεια περάστηκαν τα σημεία που έδειχναν τον άντρα και τα παιδιά. Στην γυναικεία όψη, το πανί κοντοστάθηκε. Σαν να θέλησε για μια στιγμή να κρύψει την παρουσία της γυναίκας. Να την σβήσει με ένα πέρασμα. Να την αφήσει στην ανυπαρξία και στην λήθη.
-Αφού ποτέ δεν σου άρεσε, γιατί θες να την κρεμάσεις ξανά;
Για μια στιγμή η κορνίζα τοποθετήθηκε μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι. Η πίσω όψη της ήταν αλλοιωμένη από την μούχλα. Τι κρίμα που δεν είχε επηρεάσει και την μπροστινή πλευρά; Να φαινόταν μια και καλή η πραγματικότητα που τόσο καλά κρυβόταν κάτω από καλοπλυμένα χαλιά και τα κεντητά τραπεζομάντηλα. Να φαινόταν η σαπίλα, ενός θεσμού που τους έκανε και τους δυο θύματα μιας πορείας κοινής που δεν κατάφερε ποτέ να βρει το σημείο της επαφής της.
-Αφού τώρα πέθανα, θα σου πρότεινα να κάνεις επιτέλους αυτό που θες.
Το σφυρί συνέχισε να χτυπάει το καρφί στον τοίχο. Με χτύπους ρυθμικούς και πιο ζωηρούς. Με ζήλο να μπει όσο πιο βαθιά στον τοίχο. Να στήσει μια βάση στέρεη για να αντέξει το βάρος μιας υποκρισίας που δεν έλεγε να πέσει από τους τοίχους που βρομούσαν μούχλα και θάνατο. Αμείλικτος ο θάνατος.
-Για εμένα χέστηκες που πέθανα. Τα παιδιά σου δεν τα σκέφτεσαι που τα έθαψες κι αυτά;
-Επειδή τα σκέφτομαι, γίνομαι, εγώ, ο δήμιος αυτού που τα παιδιά μου πήρε πριν την ώρα τους!
-Και τι κερδίζεις; Άρχισες να μιλάς με πεθαμένους.
-Αφού ζωντανός, ποτέ σου δεν μου μίλησες.
-Να πούμε τι; Πόσο χαρούμενη οικογένεια φτιάξαμε;
-Να χαρούμε που καταφέρναμε να ζούμε.
-Ζεις;
-Δεν πέθανα ακόμη!
-Ζεις;
-Έχω ακόμη χρόνο να έρθω εκεί που ελπίζω ότι δεν θα σε συναντήσω.
-Τόσο κακό σου έκανα;
-Ποιο να ήταν άραγε το καλό;
-Ακόμη με μισείς;
-Δεν θέλησα ποτέ να σε αγαπήσω. Τα παιδιά μου θέλησα να βλέπω ζωντανά, να μεγαλώνουν, να τα αγαπώ.
-Γι αυτό στα πήρα από κοντά σου.
-Γι αυτό τα σκότωσες μια και καλή.
Το καρφί βυθίστηκε στον τοίχο. Λαμπύριζε στο φως του ήλιου που έμπαινε από το καφασωτό της ξύλινης πόρτας. Περίμενε να σηκώσει το βάρος μιας κορνίζας αρχοντικής. Είχε καρφωθεί καλά και άντεχε. Μια κορνίζα επίχρυση. Ίσως ένα πορτραίτο μιας οικογένειας που δεν χαιρόταν την στιγμή.
-Γιατί δεν μιλάς;
Το καρφί στο ξύλινο δοκάρι περίμενε. Μα καμιά κορνίζα δεν ήταν έτοιμη γι αυτό. Περίμενε, μα κανενός ανθρώπου χέρι δεν το πλησίαζε. Έμενε εκεί, να νιώθει την υγρασία να δημιουργεί τα πρώτα μόρια σκουριάς στο μεταλλικό του σώμα.
-Σταμάτησες να μου μιλάς;
Πέρασαν μέρες, και το καρφί ήταν εκεί. Τοποθετημένο, μα ανέγγιχτο. Μόνο τα σημάδια της βίας του σφυριού μαρτυρούσαν πως κάποιος άνθρωπος σκόπιμα το κάρφωσε. Μόνο η αναποδογυρισμένη κορνίζα στο τραπέζι, έδειχνε τον σκοπό της ύπαρξή του.
-Να που τελικά, ούτε εσύ άντεξες.
Η γυναίκα βρέθηκε νεκρή στο πάτωμα λίγες μέρες μετά. Ήταν βράδυ Μεγάλου Σαββάτου. Το έθιμο όριζε οι πόρτες να σταυρωθούν με τον καπνό της Αναστάσεως. Η ίδια λόγω πένθους δεν πήγαινε στην εκκλησία. Ποια ανάσταση να γιόρταζε με τρία παιδιά χαμένα. Την δική της πόρτα σταύρωνε μια φίλη παιδική. Πού να φανταζόταν ότι τον σταυρό σε αυτό το σπίτι τον μαρτυρούσε κάθε τοίχος, κάθε πλακάκι, κάθε παράθυρο που άφηνε τον ήλιο να περάσει. Που να φανταζόταν, ότι ο καπνός δεν ήταν αρκετός να σημαδέψει το κατώφλι αυτό που ο θάνατος είχε περάσει τέσσερις φορές και την πέμπτη θα έφερνε την λύτρωση.
-Τώρα πια, επιλέγω να μην μιλήσω. Επιλέγω να φύγω μακριά από τον δυνάστη μου. Από αυτόν που πήρε τα παιδιά μου και τα σκότωσε. Τα παιδιά που εγώ θήλασα για να τα ζήσω. Που φύσηξα πνοή στα μάτια τους να ανοίξουν και να δουν τον κόσμο που τα περίμενε. Και τελικά, εσύ ήσουν ο Φαρισαίος για μια ζωή. Εσύ μου φόρτωσες τους σταυρούς που δεν θέλησα ποτέ να σηκώσω.