Πόσο δύσκολο να γράφει κανείς ένα κείμενο για μια παράσταση που ακόμη βράζει μέσα του. Να περιγράψει σκηνές, υποκριτική, ανθρώπους που έδωσαν εαυτ@ για να καταφέρουν να σταθούν στην σκηνή απέναντί μας και να μας καθηλώσουν σε ένα ταξίδι μεταξύ μουσικής και πρόζας, που μας έθεσαν προ των ευθυνών μας σε μια ζωή που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας και εμείς καλούμαστε να λάβουμε αποφάσεις που εν γνώσει μας επηρεάζουν άτομα που έχουν βρεθεί στην ζωή μας. Κι ο λόγος για το υπόλοιπο του κειμένου για την Απλή μετάβαση του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και του Θέμη Καραμουρατίδη.
Σε μια αίθουσα αναμονής αεροδρομίου. Με μια πτήση σε καθυστέρηση. Με νέα ξεκινήματα σε καθυστέρηση. Με ανθρώπους που φτάνουν κατά μόνας ή σε ζευγάρια. Με άλλους που καταλήγουν με το ταίρι τους. Με μια βαλίτσα, μια ζωή πίσω, μια ζωή μπρος και μια ζωή παράλληλη που κρέμεται από τις επιλογές. Μα με ένα τεράστιο κοινό σημείο αναφοράς. Ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή στα χέρια τους. Και πάμε στα ονομαστικά της υπόθεσης.
Αρχή με την Μαρίζα Ρίζου, γιατί ήταν μια παράσταση από μόνη της. Μια τόσο ευγενική παρουσία με τόσο χαρακτηριστική φωνή. Μια ύπαρξη που κατάφερε από την πρώτη στιγμή επί σκηνής να μας τραβήξει σε μια ιστορία μοναδική. Προσωπικά, τους φοβάμαι τους τραγουδιστές που το γυρνούν στην πρόζα, μα στην παρούσα η Μαρίζα Ρίζου ήταν σαν να γεννήθηκε για να ακροβατεί μεταξύ των δύο. Η φωνή της ήταν το ορόσημο που μας τοποθετούσε στο πνεύμα του μιούζικαλ και η ερμηνευτική της δεινότητα αυτή που μας προετοίμαζε για τις συναισθηματικές διακυμάνσεις που θα μας πρόσφερε η συνέχεια.
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης είναι ένας σύχρονος θεατρικός χαμαιλέων. Πολλά τα χρόνια που είχα να τον δω επί σκηνής, τεράστια η αλλαγή. Ο Ασπιώτης, καταφέρνει κάτι το μοναδικό. Στους ρόλους που ενσαρκώνει, μου δίνει πάντα την αίσθηση ότι υιοθετεί μια νέα φωνή. Μια άλλη χροιά. Κάνει τις προσωπικότητες δικές τους, χαρίζοντάς τους ένα δικό του, μοναδικό τόνο που τις καθιστά μοναδικές και τις τοποθετεί σε περίοπτη θέση στο θεατρικό βάθρο.
Ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς ήταν ο άνθρωπος κλειδί για εμένα. Ο φαινομενικά αδιάφορος επιβάτης που μοιράζει την ζωή του μεταξύ της χώρας που ζει και της χώρας που αναπολεί με ένα αίσθημα ρομαντισμού και ωραιοποίησης μιας ιδέας που απλά βρίσκεται μέσα στο μυαλό του. Κατάφερε να μεταδώσει το αίσθημα του δεσμού του ανθρώπου με τον γενετήσιο τόπο και την ανάγκη του να ανήκει κάπου, αφού ποτέ δεν καταφέρνει να αφομοιωθεί ολοκληρωτικά από την νέα πατρίδα.
Ο Γιάννης Καπελέρης ήταν αυτός που μας ρήμαξε την ψυχολογία. Ο έρωτας, αγαπητοί αναγνώστες, είναι ικανός να μας παρακινήσει να αφήσουμε την ζωή μας, να αναζητήσουμε νέους δρόμους και να οραματιστούμε ένα μέλλον που θα καταφέρει να μας συμπεριλαμβάνει σε ένα σύνολο, σε ένα μαζί που η στάσιμη πραγματικότητα απειλεί κάθε μέρα. Και τελικά, ήταν αυτός που ξετύλιξε με τον πιο σπαρακτικό μονόλογο την αλήθεια όλων αυτών των προβλημάτων που δεν μας αφήνουν να ζήσουμε στο έπακρο τον έρωτα.
Η Χαρά Κεφαλά ήταν η απελευθέρωση και όχι η μετάβαση. Μια νευρωτική μητέρα που δεν θέλει να χαλάσει την εικόνα της οικογενειακής ευτυχίας. Μια γυναίκα χειριστική και απογοητευμένη από την ζωή που ζει, αποφασίζει να συνοδεύσει την κόρη της στο νέο της ξεκίνημα. Μα η αναμονή για την πτήση είναι αυτή που την φέρνει αντιμέτωπη με μια πιο ολιστική προσέγγιση της μητρότητας, του γάμου, της ζωής της. Και τελικά, είναι αυτή που θα δώσει το τέλος και θα κάνει την αρχή για μια νέα ζωή, με μια μετάβαση από την συνήθεια στην ζωή.
Η Πέγκυ Μανωλά ήταν η μικρή της παρέας. Η φωνή μιας λογικής. Ξέρετε, αγαπητοί αναγνώστες, τα παιδιά βλέπουμε την ευτυχία των γονιών μας. Εμείς την πυροδοτούμε κι εμείς την βλέπουμε να σβήνει. Ως τέτοια θεατής έδωσε την δική της φωνή στην κατάρρευση ενός γάμου που αποτελούσε τελικά την αιτία της στασιμότητας για ένα ζευγάρι που πλέον δεν είχε επιστροφή.
Το ίνδαλμα Βασίλης Μηλιώνης. Η έκπληξη της βραδιάς. Με στεντόρεια φωνή, με φυσικότητα, με ευκινησία και πλαστικότητα, έγινε ο φιλέλλην Γάλλος, ο ερωτευμένος νέος, αυτός που είχε ανάγκη την συντροφικότητα, αυτός που πόνεσε στον χωρισμό δυο φορές στην ίδια αίθουσα. Αυτός που τραγούδησε και έπαιξε όλα όσα εμείς οι ίδιοι ζούμε πίσω από οθόνες ανακοινώσεων, φοβισμένοι για το μέλλον, βολεμένοι σε μια δουλειά, ένα σπίτι, ένα τόπο. Ο Βασιλής Μηλιώνης κατάφερε να φέρει δάκρυα στα μάτια πολλών θεατών. Όχι γιατί απλά έπαιξε εξαιρετικά, μα γιατί έδωσε φωνή σε σκέψεις ανθρώπων που ζουν και πονούν για έναν έρωτα που δεν ξέρουν πώς να τον ζήσουν.
Για το τέλος, η Αντιγόνη Ψυχράμη. Πόσο ωραίο το γρέζι της; Πόσο δυναμική παρουσία; Απλή και ανθρώπινη. Μια γυναίκα που ξέρει να παίζει, να τραγουδάει, να χορεύει και να μας λέει ιστορίες. Κάθε φορά, δεν ξέρουμε που τελειώνει η Αντιγόνη-ηθοποιός και ξεκινά η Αντιγόνη-τραγουδίστρια. Δεν μας αφήνει σε ήσυχο τόπο. Είναι από τις περιπτώσεις που με την κάθε ευκαιρία που θα βρεθεί επί σκηνής, μας τσιγκλάει ασταμάτητα μέχρι να καταφέρει να μας φέρει στο συναισθηματικό σημείο που θέλει.
Από αυτό το κείμενο δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι τρεις πυλώνες αυτής της παράστασης. Ο Μίνως Θεοχάρης και η σκηνοθετική του ματιά. Η αντίληψη της παράστασης και η μεταφορά της στο σανίδι είναι θέμα χημείας. Αρχικά με το κείμενο. Στην παρούσα και με την μουσική. Έπειτα με τους ηθοποιούς και τέλος με όλους τους υπολοίπους. Ο Μίνως Θεοχάρης κατάφερε να φτιάξει μια παράσταση όχι για τους θεατές, μα με τις ζωές των θεατών να γίνονται λόγια από τον Γερασίμο Ευαγγελάτο και μουσική από τον Θέμη Καραμουρατίδη.
Ο δε Γεράσιμος Ευαγγελάτος, πήρε το βίωμα. Τις ιστορίες των ανθρώπων. Άνοιξε ντουλάπες καλά κλεισμένες. Έξυσε την σκουριά των ανθρώπινων σχέσεων μέχρι να βρει το καθαρό μέταλλο, το αναλλοίωτο στον χρόνο και τις στιγμές. Και έγραψε στίχους, έγραψε λόγια που περιγράφουν την ζωή μας. Που ξυπνούν τους δαίμονες που κοιμίζουμε και μια αίθουσα αναμονής και μια καθυστέρηση αεροπλάνου είναι ικανοί παράγοντες για να μας φέρουν αντιμέτωπους μαζί τους.
Κι ο Θέμης Καραμουρατίδης. Ο δικός μας Θέμης που με την μουσική του μας ταξιδεύει χρόνια τώρα. Που δίνει νότες σε μνήμες, που μας κάνει να σκεφτόμαστε με τραγούδια και να αναπολούμε, να αναστοχαζόμαστε, να πονάμε και να χαιρόμαστε. Ο Θέμης Καραμουρατίδης ντύνει με μουσικές κάθε λεπτό της ενηλικίωσής μας κι αυτό έκανε και στην Απλή μετάβαση.
Και πριν το κλείσιμο, αξίζει να γίνει λόγος για το πολύ σημαντικό στοιχείο που καθιστά την παράσταση αυτή άξια λόγου. Μια φαινομενική κωμωδία, μια ανάλαφρη παράσταση με μουσικές και τραγουδάκια και πέντε πρωτοκλασάτα ονόματα είναι ο ορισμός του δραματικού χαρακτήρα που υπάρχει σε κάθε κωμικό κείμενο. Και ως άλλη γνήσια αναπαραγωγή της σύγχρονης ζωής μας, με μπόλικο χιούμορ ξεπέρασε τον εξίσου γνήσιο πόνο που κρύβει η συνύπαρξή μας με ανθρώπους που μας νοιάζουν και μας νοιάζονται, φωτίζοντας όλα αυτά που θέλουμε να κρύψουμε κάτω από το χαλί.
Και αν σε αυτό το κείμενο έκανα υπέρμετρο λόγο για το συναίσθημα, σας καλώ να δείτε την παράσταση αυτή. Προσωπικά, σε μια Απλή μετάβαση ένιωσα την τεράστια ανάγκη να έχω ένα σημείο να επιστρέψω και να χτίσω μια βάση.
Καλή θέαση!