Τα καλοκαίρια είναι οι εποχές που τα θέατρα γεμίζουν ωραίες παραστάσεις. Παραστάσεις που έρχονται, με ματιά νέα να δώσουν ζωή και χρόνο στο παλιό. Το παρελθόν που έρχεται να λειτουργήσει ως γέφυρα με το μέλλον. Αρχαίοι τραγικοί, εξυμνούν ήρωες και βλαστημούν για συμφορές. Διδάσκουν την αρετή, την πολιτική ταυτότητα, την ανδρεία μέσω της σταθερότητας των λόγων ως προς τις πράξεις. Μα για να νιώσουμε οι θεατές αυτή την γέφυρα, αυτή την σύζευξή μας με το παρελθόν και τους δημιουργούς του, έρχονται καλλιτέχνες νέοι, σκηνοθέτες νέοι, ηθοποιοί νέοι και μας μεταφέρουν νοερά, άλλοτε στην Θήβα των Καδμείων και άλλοτε στην χώρα της Παλλάδας.
Ο Δημήτρης Καραντζάς, φέτος καταπιάστηκε με ένα έργο όχι τόσο παιγμένο, μα πολύ κοντά στα όσα βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στους δέκτες μας. Ο Ηρακλής τελειώνοντας τους άθλους του και γυρνώντας από τον Άδη, έρχεται αντιμέτωπος με την επερχόμενη σφαγή της οικογένειάς του. Με την ανδρεία που τον διακατέχει, σώζει το σπίτι του και τους αγαπημένους του, μα δεν αργεί να γίνει αυτός ο δήμιος των δικών του ανθρώπων, ορμώμενος από την Λύσσα και την Ίριδα, απεσταλμένες της Ήρας για να θολώσουν τα λογικά του.
Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης είναι ένας ηθοποιός που πρώτη φορά είδα επί σκηνής. Η φωνή γνώριμη. Μεγάλο θέμα η φωνή να μην αλλάζει στον ηθοποιό. Με σοβαρότητα στάθηκε στον ρόλο. Έδειξε την ανθρώπινη πλευρά ενός ήρωα που σε λίγες στιγμές και μόνο αμαύρωσε την φήμη του. Ερμηνευτικά, έδωσε στον Ηρακλή την ένταση που χρειάζεται. Χρωμάτισε με θλίψη και αγανάκτηση το τέλος. Με λυγμό μοναδικό τον αποχαιρετισμό. Έγινε ο φονιάς που δέχεται την μοίρα του να ζει έρμαιο της πράξης του.
Η Σταφανία Γουλιώτη είναι το θαύμα των ημερών. Πλάσμα αλλιώτικο και αιθέριο. Με φωνή λεπτή μα σταθερή. Με παρουσία που παραπέμπει σε κάτι απόκοσμο. Σε κάτι που μιλά από μιαν άλλη διάσταση. Ως Μεγάρα ήταν η μάνα που θρηνεί. Ήταν η σύζυγος που ζει την εγκατάλειψη. Ήταν η γυναίκα που όλοι κάποια στιγμή έχουμε συναντήσει στον δρόμο. Μια γυναίκα που ατύχησε σε ένα γάμο, που έζησε την αδιαφορία του άντρα-αφέντη-προστάτη που δεν νοιάστηκε ποτέ για την οικογένειά του μα για την φήμη και την δόξα του. Η Γουλιώτη θα μπορούσε άνετα να είναι κάθε ρόλος, κάθε έργο και κάθε στιγμή θεατρική και μη, χωρίς να αλλάξει τίποτα από όσα την πλαισίωναν. Κι αυτό είναι άθλος, μεγαλύτερος από κάθε άλλον.
Ο Γιώργος Γάλλος είναι μια ξεχωριστή περίπτωση επιτυχημένου ηθοποιού που μπορεί να δεχθεί κάθε συμφορά και να θρηνήσει για αυτή (ως ρόλος πάντα). Ως Αμφιτρύων έδωσε ρεσιτάλ αντοχής. Με τους εκτενείς του μονολόγους και την σχεδόν ακίνητη παρουσία του. Σαν να συμμετείχε σε ένα θεατρικό αναλόγιο, στατικό μα δυναμικό ως προς το κλίμα που δημιουργούσε, στο κέντρο, παρατηρητής και παθητικός πρωταγωνιστής της ζωής του που είχε προκαθοριστεί από υπέργειες δυνάμεις.
Για εμένα το μεγαλύτερο μπράβο της παράστασης αξίζει σε μια άλλη γυναίκα που πραγματικά με θάμπωσε. Η Άννα Καλαϊτζίδου ως Λύσσα, ήταν αυτή που λειτούργησε ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των σκηνών της δράσης. Ήταν αυτή που έγινε ροκ σταρ και περιέγραψε όλη την σκηνή θρίλερ που δεν βλέπαμε. Ήταν αυτή που σε δευτερόλεπτα άφησε τους θεατές με κρεμάμενα σαγόνια. Και το άξιζε.
Συνέταιρος στην επιτυχία της Καλαϊτζίδου ήταν η έτερη θεά Ίρις, κατά κόσμον Ηρώ Μπέζου. Η αεικίνητη αυτή κοπέλα, που γέμισε την σκηνή και έδωσε το μήνυμα του μίσους και της έχθρας. Που έφερε το πλήγμα της ύβρεως, που ξύπνησε την Νέμεση και καταδίκασε με απόφαση της Ήρας τον ήρωα σε θλίψη και τρέλα. Και ναι, αν με ρωτάτε οι δυο αυτές κοπέλες αξίζουν ένα χειροκρότημα παραπάνω. Είναι μεγάλη υπόθεση να πάρεις δυο ρόλους μικρούς και να τους κάνεις μεγάλους. Και αυτές οι δυο το κατάφεραν με το παραπάνω.
Ιδιαίτερη μνεία στον συγχρονισμό του χορού. Άλλη αίσθηση, Πολλές φορές, τα χορικά σημεία είναι μοναχικά. Αλληλοσυμπληρώνονται. Στην παρούσα, το μεγαλύτερο μέρους τους ήταν μια φωνή ενωμένη σε έναν σκοπό και με ρυθμό που δεν έχανε στιγμή το μέτρο του.
Ο Καρατζιάς έπαιξε στην παράσταση αυτή με τις αντιθέσεις και το κατάφερε. Από την μια μονόλογοι και από την άλλη συγχρονισμένη απαγγελία. Στην μια πλευρά στατικότητα και κινητική έλλειψη και στην άλλη υπερδραστηριότητα και υπερκινητικότητα. Και όλα αυτά με μαγιά ένα κείμενο που είναι πιο κοντά από ποτέ στην βιαιότητα των ημερών μας και τον ατέρμονο κύκλο του αίματος στο ενδοοικογενειακό πλαίσιο.
Ο Ηρακλής Μαινόμενος είναι μια παράσταση που ο καθένας χρωστάει στον εαυτό του να δει. Κι όχι για να μάθει τον μύθο. Ούτε για να πει ότι αυτά που μας απασχολούν σήμερα γινόταν και τότε -γι αυτό δεν θα έπρεπε να γίνονται σήμερα. Μα για να θαυμάσει το μεγαλείο των ηθοποιών που κατάφεραν να σταθούν κύριοι μιας παράστασης που ξύνει πληγές και ξυπνά φαντάσματα.
Καλή θέαση!