Ένας τραυλός ηθοποιός και μια παράσταση που θα θυμάστε για καιρό!

Όταν μίλησα πριν λίγες μέρες με το θέατρο Αθήναιον για μια προσωπική μου υπόθεση, μου είπαν πολύ σύντομα ότι δεν πρέπει να χάσω μια παράσταση με περίεργο όνομα. Δεν το σκέφτηκα πολύ, και δέχτηκα την πρόσκληση, μιας και δύο στοιχεία κυριάρχησαν κατά την περιγραφή της: μουσική και πρόζα. Και κάπως έτσι κατηφόρησα την πολύπαθη Μπότσαρη, βγήκα στην Όλγας και κάθισα αναπαυτικά στα καθίσματα του θεάτρου που θα με φιλοξενούσε για δύο ώρες.

Ένα παιδί, από μικρό, θύμα της επιθυμίας τής μητέρας του να τον δει ηθοποιό. Ένα αρθρωτικό πρόβλημα, που τον καθιστούσε ανίκανο να πραγματοποιήσει το όνειρό της. Έκφραση μέσα από τα τραγούδια, αγανάκτηση και έρωτας. Μα πάνω απ’όλα μια διαμάχη μεταξύ των θέλω των δικών του, την αγάπη και τον έρωτα που τον σημάδεψε και την μητρική πατροναλιστική παρουσία στην ζωή του.

Η Μαρία Δεμίσογλου έγραψε ένα κείμενο όχι βγαλμένο από την ζωή. Μα κατάφερε με χιούμορ και ιδιαίτερα καυστικό τόνο να χαρίσει στο έργο μια ταυτότητα. Έφτιαξε προσωπικότητες που δεν χρειάζονται τα λόγια, δεν εξαντλούνται σε υποκριτικούς μαραθωνίους και κυρίως δεν έχουν την ανάγκη να δημιουργήσουν το συναίσθημα στον θεατή με τα κλασσικά μέσα, αφού οι στίχοι των τραγουδιών ήταν τόσο δυνατοί που μας παρέσυραν αμέσως στον μικρόκοσμο που αναπτυσσόταν λίγα μέτρα μακριά μας. Παράλληλα, ως μητέρα έδωσε τον δικό της αγώνα να ενσαρκώσει μια φιγούρα πληθωρική και μοναδικά delulu.

Ο Ιωάννης Λάκης, πρωταγωνιστής και «τραυλός» ήταν η αποκάλυψη της βραδιάς. Σας έχει τύχει, ποτέ, αγαπητοί αναγνώστες, να μείνετε με το στόμα ανοικτό ακούγοντας την φωνή ενός ανθρώπου που τραγουδά; Μια τέτοια περίπτωση είναι κι αυτός ο αξιαγάπητος νέος. Από την πρώτη νότα, την πρώτη στιγμή που έντυσε με ρυθμό τα συναισθήματα μας. Αμέσως ακούστηκε ένα υπόκωφο «ωωωω», μα τόσο συντονισμένο, τόσο αρμονικά δοσμένο με ένα στόμα από το κοινό, που γέμισε την αίθουσα, καθώς μας γέμιζε κι ο ίδιος με συναισθήματα.

Για το τέλος, η υπέροχη Βίκυ Γιαννάκος. Στο τέλος της παράστασης την άκουσα να μιλάει για παραφωνίες. Κι εδώ ανοίγει ένα μεγάλο-μεγάλο ζήτημα. Η κοπέλα αυτή, στο δεύτερο μισό της παράστασης, βγαίνοντας στην σκηνή μας χάρισε απλόχερα το μοναδικό της ταλέντο. Τραγούδησε, δίνοντας ζωή σε στίχους που άρχισαν αμέσως να ταξιδεύουν και να γεμίζουν την αίθουσα. Άγγιξε τις πιο καλά φυλαγμένες μνήμες μας και τις έφερε στην επιφάνεια. Και σε μια τέτοια στιγμή, οι θεατές γεμίσαμε με το συναισθηματικό βάρος που η κοπέλα αυτή φόρτωσε στο τραγούδι της. Ένα βάρος, που τόσα χρόνια έχω πετύχει στον ύψιστο βαθμό από ηθοποιούς που τραγουδούν και ποτέ από τραγουδιστές.

Στο σημείο αυτό, δεν μπορούμε να παραλείψουμε την συνδρομή του Αλέξανδρου Τσακιρίδη. Αν δεν ήταν αυτός, ζωντανά επί σκηνής, κανένα από τα τραγούδια δεν θα είχε την δυναμική και την απήχηση που είχαν στο τέλος.

Κι επειδή, με το δίκιο σας θα μου πείτε ότι το κείμενο δεν είναι αντικειμενικό, παραλείποντας το ένα και μοναδικό αρνητικό στοιχείο της παράστασης, δεν θα σας απογοητεύσω. Στις δύο αυτές ώρες, αγαπητοί αναγνώστες, δεν κατάφερα να βρω κάποιο πρόβλημα στον ρυθμό, στα τραγούδια, στις νότες, στην σκηνική παρουσία ή στο κείμενο. Δεν κατάφερα να χάσω την προσοχή μου από σκαμπανεβάσματα στην δυναμική της ιστορίας, ούτε να θεωρήσω πως τα παιδιά αυτά υπέπεσαν σε σφάλματα. Μα το μόνο ενοχλητικό ήταν η υπερβολική χρήση του καπνογόνου ως εφέ, πράγμα που μετά από ένα σημείο δημιούργησε μια κάπως δυσάρεστη ατμόσφαιρα.

Κι αν στις δύο αυτές ώρες, το μόνο που ενόχλησε ήταν η χρήση του καπνού, πολύ εύκολα βγαίνει το συμπέρασμα ότι η παράσταση παραήταν ωραία. Παραήταν καλοδουλεμένη και τα παιδιά έδωσαν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους για να καταφέρουν να μας κρατήσουν για αυτές τις δύο και πλέον ώρες συνεπαρμένους και έρμαια στο ταξίδι που οι ίδιοι οργάνωσαν.

Καλή θέαση!

Σχολιάστε