Πριν πολλά χρόνια, σε μια σκηνή της Θεσσαλονίκης είχα γνωρίσει για πρώτη φορά τον Γιώργο Νανούρη και την Λένα Παπαληγούρα. Λίγα χρόνια αργότερα, γνώρισα τον Μιχάλη Σαράντη, πάλι σε έργο του Γιώργου, και κάθε τόσο, τους έβλεπα επί σκηνής σε διαφορετικούς συνδυασμούς. Φέτος, ήρθε η ώρα να τους δω και τους τρεις μαζί επί σκηνής, σε μια ενδιαφέρουσα μεταφορά του Συρανό, με στοιχεία που παραπέμπουν σε πλήθος θεατρικών ειδών.
Πιο συγκεκριμένα, όμως, η παράσταση ξεκινάει με στοιχεία επιθεωρησιακού χαρακτήρα που εντοπίζονται στις θεατρικές παραγωγές τις δεκαετίας του ’30. Ένας αφηγητή, ο οποίος σε ρυθμική αφήγηση μας ενημερώνει για τα όσα θα ακολουθήσουν και επεξηγεί τους χαρακτήρες. Με μια χιουμοριστική χροιά, ο Νανούρης μας έδωσε την ταυτότητα του έργου και ξεκίνησε η ιστορία, με τον Μιχάλη Σαράντη να λαμβάνει την σκυτάλη για να μας εισάγει στον κόσμο του Συρανό Ντε Μπερζεράκ.
Ο Συρανό Ντε Μπερζεράκ, λοιπόν, ένας ήρωας και πολεμιστής του οποίου η ανδρεία ήταν ξακουστή. Θύμα του έρωτά του για την Ρωξάνη εμπλέκεται σε ένα τρίγωνο το οποίο θα του δώσει την δυνατότητα να εκφράσει με κάθε λεπτομέρεια την αγάπη του και τα αισθήματα του. Στην έτερη γωνία του τριγώνου ο Κριστιάν, ένας νέος και όμορφος συμπολεμιστής του Συρανό, μα ανίκανος να εκφράσει οποιοδήποτε συναίσθημα και κατευθυνόμενος στο παιχνίδι της διεκδίκησης της Ρωξάνη αποκλειστικά από τα σαρκικά του ένστικτα. Εκτός ανταγωνισμού, ο Κόμης Ντε Γκις, που μάταια προσπαθεί να κερδίσει κι αυτός λίγη από την προσοχή της όμορφης νεαρής κοπέλας.
Ονομαστικά τώρα, ο Μιχάλης Σαράντης ως Συρανό. Ένας ηθοποιός ξωτικό. Η πλαστικότητα του σώματός του είναι απίστευτη. Μα το ακόμη πιο απίστευτο είναι ότι ενώ γίνεται μια άμορφη μάζα, ένα γλυπτικό σύμπλεγμα επί σκηνής καταφέρνει να ισορροπεί και να μην χάνει ίχνος της φωνής του. Μιλάει, τραγουδάει, αυτοσχεδιάζει, όταν είναι απαραίτητο. Από τον Πουκ στο Όνειρο Θερινής Νυκτός στον Συρανό, ο Σαράντης κάθε φορά εκπλήσσει με την ικανότητα του να κάνει κάθε ήρωα δικό του, με έναν τρόπο μοναδικό και συνάμα πρωτότυπο. Για να το θέσω στην πιο υπερβολική του μορφή, ο Συρανό έγινε Μιχάλης, ενώ ο τελευταίος απλά υιοθέτησε τα λόγια του πρώτου για να μας τα μεταφέρει στην σκηνή.
Άλλος ογκόλιθος της σύγχρονης θεατρική σκηνής η Λένα Παπαληγούρα. Αυτό το ξανθό πλάσμα με τα μεγάλα μάτια και την φωνή γεμάτη λυγμό. Η Παπαληγούρα είναι ένα υπέροχα ευγενικό κορίτσι. Μια ηθοποιός που σέβεται και τους ρόλους που ενσαρκώνει, μα και τους θεατές που θα την παρακολουθήσουν. Ξέρετε, είναι δύσκολο να κρατάς μια ταυτότητα πλέον ως ηθοποιός, αλλά η Λένα δεν ζορίζεται καθόλου, ή κι αν ζορίζεται δεν το δείχνει. Έδωσε στην φωνή της την αθωότητα της Ρωξάνη, στο σώμα της την σοβαρότητα της γυναίκας που αναλαμβάνει τα ηνία της ζωής της και εντέλει τον σπαραγμό και την θλίψη της απώλειας και της δεύτερης απώλειας όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με την αλήθεια. Η Λένα Παπαληγούρα, επί σχεδόν δύο ώρες ακροβατούσε συναισθηματικά και υποκριτικά, χαρίζοντάς μας μια μοναδική εμπειρία.
Ο Ιάσονας Παπαματθαίου, τώρα, ήταν ο ωραίος της υπόθεσης. Με τεράστια ευκολία κατάφερε να μπει στα παπούτσια του Κριστιάν και να διεκδικήσει άγαρμπα την καρδιά της Ρωξάνης. Ως κλασσικός κυνηγός, σκάρωσε ένα σχέδιο που θα κατάφερνε να πετύχει τον στόχο του και, κυρίως, υποκριτικά ενσάρκωσε έναν άνθρωπο χωρίς αναστολές, έναν αφελή ερωτικό τυχοδιώκτη και μια περσόνα που τελικά κρύβει ηθικές αναστολές που ο θεατής δεν θα φανταζόταν. Από την αρχή μέχρι το τέλος της παρουσίας του επί σκηνής, ο Παπαματθαίου έκανε θαύματα και άλματα με ψυχολογικές διακυμάνσεις και με μαεστρία κατάφερε αν ελέγξει το κοινό.
Τέλος, ο Δημήτρης Λιόλιος κάτι το ανέλπιστο. Τον θυμάμαι πριν πολλά χρόνια σε έναν άκρως δραματικό ρόλο. Και ξαφνικά τον βλέπω να εμφανίζεται και να παρουσιάζει μια περσόνα καρικατούρα, με πολλά στοιχεία της Commedia Dell’ Arte μα κυρίως με το δικό του υποκριτικό ένστικτο να κυριαρχεί. Δεν ξέρω αν μου άρεσε ή όχι ο Κόμης, μα το σίγουρο είναι ότι ο Λιόλιος είναι ο υπεύθυνος και για την γελοία υφή του χαρακτήρα του μα και για την ηθική του αποκατάσταση.
Ο Γιώργος Νανούρης τώρα, και ως αφηγητής και ως σκηνοθέτης, μεγαλούργησε. Είναι πολύ ωραίο στις μέρες μας και στις παραγωγές «κονσέρβα» να βλέπεις το «φρεσκομαγειρεμένο». Κάθε φορά, ο Νανούρης φτιάχνει κάτι καινούριο. Παίρνει το κείμενο, το δουλεύει. Διαλέγει τους ηθοποιούς, τους πλάθει. Δίνει την δική του πινελιά. Αποκαθιστά το περιεχόμενο και ανοίγει νέους δρόμους, μακριά από μονοπάτια που έχουν διαβεί τόσοι και τόσοι και του εξασφαλίζουν την σίγουρη επιτυχία. Και τελικά, καταφέρνει να φτάσει όχι απλά τον στόχο του και να θυμόμαστε την παράσταση του, μα να πάει ένα βήμα παραπέρα και να δημιουργήσει νέους όρους για να μπορούμε να μιλήσουμε για ένα θέατρο διαφορετικό. Κι αν ακόμη η εποχή μας δεν έχει ξεκαθαρίσει τις τάσεις και τα ρεύματα στην τέχνη, στο μέλλον οι μελετητές σίγουρα θα θεωρούν τον Γιώργο ως πρωτεργάτη μιας νέας τάσης στην θεατρική έκφραση.
Πριν φτάσω στο τέλος, να πω το μεγάλο μπράβο που αξίζει στον Αθηνόδωρο Καρκαφίρη. Ως μουσικός φόρτισε σε πολλά σημεία την παράσταση και έδωσε μια νέα πνοή σε όλο αυτό που βλέπαμε μπροστά μας. Κατάφερε, με μια κιθάρα και την δυναμική της να πυροδοτήσει τον ρυθμό και να προσφέρει το δικό του λιθαράκι στο οικοδόμημα του Συρανό.
Και κάπως έτσι, το κείμενο αυτό φτάνει στο τέλος του. Δεν ξέρω τι να σας γράψω ως επίλογο, μιας και μόνο αν δείτε την παράσταση θα μπορέσετε να καταλάβετε τα όσα σας έχω περιγράψει. Ωστόσο, θα πω για άλλη μια φορά ότι ο Συρανό του Νανούρη, δεν είναι η παράσταση που περιμένετε να δείτε. Αλλά μια αποκάλυψη, που μια στο τόσο έχουμε ανάγκη.
Καλή θέαση.