Μια αγάπη, ο Ένκε και το ΚΘΒΕ!

Είναι φορές  που στην Θεσσαλονίκη παραπονιόμαστε για το θέατρο. Λέμε ότι δεν έχουμε πού να πάμε, δεν έχουμε τι να δούμε, ότι οι παραστάσεις έρχονται για λίγο και φεύγουν, ότι στόχο έχουν τα sold out και τίποτα άλλο. Λέμε, πάλι, ότι δεν έχουμε ποιότητα και ότι πολλές φορές δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που θα μας κάνει να απολαύσουμε μια παράσταση που έχει να δώσει κάτι, που έχει ένα ρόλο αφυπνιστικό και συνάμα ψυχαγωγικό, που μας δίνει το κίνητρο να αλλάξουμε, βλέποντας απέναντί μας τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να κρίνουμε την κοινωνία και τις συνήθειές μας με τρόπο πιο ξεκάθαρο. Με τρόπο πιο διαυγή. Και μετά, έρχεται στην πόλη ο Ένκε Φεζολλάρι και το Η αγάπη άργησε μια μέρα

Λίγο πολύ όλοι γνωρίζουμε την οικογένεια Φτενούδου. Την οικογένεια με τις κόρες και τους αδιάφορα ανύπαρκτους γιους. Με τον ηγεμονικό πατέρα και την σπλαχνική μητέρα. Με την προσκολλημένη στην ηθική αδερφή και την εμμονή της να μείνουν όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας αυτής ανύπαντρα για να μην σπάσουν την ιεραρχεία και να καταδικαστούν σε μια ζωή ανέραστη και στερημένη από κάθε χαρά που φέρνει η συντροφικότητα. Μια αδερφή που με τον κακό της χαρακτήρα καταδίκασε τις αδερφές της στην δυστυχία, την μιζέρια και την κακοποίηση. Μια αδερφή υπόδειγμα της αναπαραγωγής της πατριαρχίας και της έμφυλης βίας. Μια αδερφή τέρας. 

Ο Ένκε Φεζολλάρι ξανά-φτιαξε μια παράσταση γροθιά. Είναι από τους σκηνοθέτες που δεν χρειάζονται πολλά πράγματα. Μόνο μια σκηνή, ελάχιστα σκηνικά και ηθοποιούς. Όχι διαφορετικό για κάθε ρόλο, μα ικανούς να αλλάξουν, να μεταμορφωθούν και να γίνουν φορείς της φωνής και της σκέψης των προσωπικοτήτων που θα ενσαρκώσουν στο πάλκο. Με μαεστρία και μοναδική οπτική μετατρέπει τον λόγο σε πράξη και εκμεταλλευόμενος όλα τα σημειωτικά μέσα που του παρέχει η θεατρική τέχνη και επικοινωνία καθηλώνει τους θεατές του. 

Η Άννη Τσολακίδου, είναι ο ορισμός των όσων ανέφερα παραπάνω.  Εκτός από μια εξαιρετική ηθοποιός είναι και καθηλωτικά εύπλαστη επί σκηνής. Έχει μια φωνή που σπάει, βγάζει μια φυσική στριγκιά που διαπερνά το τύμπανο του θεατή και επιβάλει την παρουσία της. Μπαίνει στο πνεύμα άμεσα, γίνεται ένα αερικό που χάνεται στους χώρους μπρος και πίσω από τα φώτα. Και τελικά, προσφέρει σε όλους μια εξαιρετική ερμηνεία που κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελεί μάθημα για τους νέους ηθοποιούς.  

Ιδιαίτερα θέλω να αναφέρω την Ιωάννα Παγιατάκη. Ξέρετε είναι δύσκολο να παραστήσει ένας ηθοποίος ένα άτομο με ειδικές ανάγκες και ιδιαίτερα όταν αυτές είναι νοητικές. Πρέπει να προσέξει διπλά, να μην καταλήξει η ερμηνεία καρικατούρα, να μην φορτωθεί με στερεότυπα, να είναι σε μια ισορροπία μεταξύ υποκριτικής και πραγματικότητας. Η κα Παγιατάκη, όχι μόνο κάλυψε όλα αυτά, τα δικά μου, κριτήρια, μα έδωσε στον ρόλο της Πηνελόπης την βαρύτητα που χρειαζόταν και άξιζε.  

Η Λίλιαν Παλάντζα και η Δανάη Σταματοπούλου ήταν ένα εξαιρετικό δίδυμο. Η ίδια η Ζωγράφου γράφοντας για αυτές τις δύο γυναίκες, την Εργίνη και την Αικατερίνη, κατάφερε να δώσει μια λανθάνουσα αναρχικότητα. Μια υποβόσκουσα επαναστατικότητα που δεν κατάφεραν να εκδηλώσουν παρά μόνο σε συγκεκριμένες στιγμές αναδεικνύοντας την ανάγκη και του πιο πειθήνιου σκλάβου να ζήσει αναπνέοντας ελεύθερος. Και οι συγκεκριμένες δύο κυρίες, όχι μόνο το πέτυχαν, αλλά με την ερμηνεία τους τίμησαν τα γραφόμενα της συγγραφέως. 

Η Πολυξένη Σπυροπούλου και η Υρώ Λούπη ήταν αυτές που έδειξαν την περισσότερη παιδικότητα αγκαλιάζοντας έτσι τον ρόλο τους με όλα τα χαρακτηριστικά του. Η Σπυροπούλου, με περίσσια ναρκισσιστική διάθεση και έκδηλη την ελαφρότητα που χαρακτήριζε την Αμαλία. Η Λούπη με την αθώοτητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, υιοθετώντας στο μέγιστο την ιδιοσυγκρασία της Ερατούς. Και στο τέλος, δυο γυναίκες, νικημένες από το συναίσθημά τους, πονεμένες από την ίδια απώλεια και τελικά δυστυχισμένες για μια ζωή που δεν κατάφεραν να ζήσουν όπως τους άξιζε. 

Για το τέλος, και με πλήρη συνείδηση, αφήνω την Μαρία Χατζηιωαννίδου. Δεν ξέρω καν αν θέλω να γράψω κάτι για την Ασπασία της παράστασης. Το μέγα θύμα του Ένκε. Είναι τρομερά δύσκολο να μην μισήσεις ηθοποιό που παίζει την Ασπασία στο Η αγάπη άργησε μια μέρα.  Έτσι κατάφερε τους πάντες να την μισήσουν η Χατζηιωαννίδου. Να ξυπνήσει κάθε αρνητικό συναίσθημα. Να θάψει κάθε οίκτο. Να μας κάνει να σκεφτούμε ένα τεράστιο “καλά να πάθεις”. Και αν αυτό δεν είναι επιτυχία, τότε τι μπορούμε να θεωρήσουμε πετυχημένο στην αναπαράσταση του πιο μαρμάρινου, του πιο στείρου ρόλου της ελληνικής λογοτεχνίας; 

Και επειδή ξέρω ότι η σκέψη όλων πάει σε αυτό, όπως πήγε και η δική μου στιγμιαία. Η παράσταση αυτή, δεν είχε καμία σχέση με την ομώνυμη σειρά. Οι ηθοποιοί δεν πάτησαν σε αυτά τα μοτίβα, δεν εγκλωβίστηκαν στο προϋπάρχον και χάραξαν την δική τους θεατρική πορεία. Και αν με ρωτάτε, το κατάφεραν. 

Και για να μην παραλήψουμε την πρωτοπορία του έργου. Ο Φεζολλάρι σε κάποιες στιγμές, ξέφυγε από το αυστηρό θεατρικό και πήγε σε μια αφηγηματική κινηματογραφική προβολή. Σε πρώτη φάση, αυτό κλώτσησε στα μάτια μου, που δεν ήξερα τι να περιμένω και σε ποιο βαθμό θα αναλωθεί το κείμενο και η δραμματουργία σε μια προβολή. Και τελικά, διατηρήθηκε η ισορροπία και η προβολή αυτή λειτούργησε ως ένα μικρό συναισθηματικό διάλειμμα που θα οδηγούσε στις επιμέρους κορυφώσεις της ιστορίας. 

Αν κάποιος θέλει να περάσει ένα απόγευμα στο θέατρο, η παράσταση του Φεζολλάρι η αγάπη άργησε μια μέρα, είναι κάτι παραπάνω από την καταλληλότερη επιλογή. Και σε μια εποχή, που η γυναικεία φωνή φιμώνεται με κάθε τρόπο, η παράσταση αυτή αποτελεί ένα συνειδησιακό ξυπνητήρι που μας επιτρέπει να σκεφτούμε, να κρίνουμε, να αξιολογήσουμε καταστάσεις και, μακάρι, να επέμβουμε για να επιλυθούν. 

Καλή θέαση.  

Σχολιάστε