Μια «Πετριχώρα» κι ένας θρύλος!

Πολλές φορές βλέπουμε στο θέατρο να γεννιούνται παραστάσεις που βασίζονται στην λαϊκή παράδοση, φέρνοντας τον θεατή σε επαφή με μια τέχνη που από πολλούς θεωρείται παλιακή και ξεχασμένη. Είναι αυτές οι φορές που μας βάζουν σε σοβαρές σκέψεις για το αν θα πρέπει να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας με μορφές έκφρασης που πλέον δεν συνηθίζονται, με έργα που, παρότι πασίγνωστα, έχουν πάψει να ενδιαφέρουν -εκτός της ακαδημαϊκής μελέτης που δεν παύει ποτέ- το κοινό. Μια τέτοια περίπτωση είναι η παράσταση Πετριχώρα του Χάρη Θώμου.


«Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει·
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη […]»


Με το απόσπασμα από την συλλογή του Νικόλαου Γ. Πολίτη Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού (1914) ξεκινάμε την ιστορία του πρωτομάστορα που κόντρα σε κάθε επιθυμία δική του και κάθε όριο συναισθηματικό και μοραλιστικό έπρεπε να θυσιάσει ένα πρόσωπο αγαπημένο για το κοινό συμφέρον και καλό. Λίγο πολύ, όλοι από τα παιδικά μας χρόνια θυμόμαστε την ιστορία του γεφυριού που δεν έλεγε να στεριώσει αν δεν θυσίαζαν στα θεμέλιά του την γυναίκα του πρωτομάστορα, ως ένα πρόσφορο στις δυνάμεις που θα επέτρεπαν την συνέχεια του έργου. 
 
Η δραματουργική επεξεργασία του δημοτικού τραγουδιού από την Αμαλία Κοντογιάννη, έφερε το κοινό αντιμέτωπο με ένα κείμενο σε αρκετά σημεία υβρίδιο. Με διάφορες προσθήκες και αφαιρέσεις, ένα έργο, κατά βάση προφορικό με τις ρίζες του να βρίσκονται βαθιά στον 17ο αιώνα, κατάφερε να μεταφερθεί στην σκηνή, χωρίς ίχνος αναχρονισμού και κυρίως χωρίς την προσκόλληση σε μια γλώσσα δυσνόητη που δεν εξυπηρετεί τίποτα από το να δείξει τον παράλογο σεβασμό σε μια εποχή κατά πολύ ξεπερασμένη από τις δικές μας προσλαμβάνουσες.
 
Ο Χάρης Θώμος, πήρε στα χέρια του ένα μεγάλο ρίσκο. Όχι τόσο για το κείμενο, ούτε για το αποτέλεσμα -που αντικειμενικά μέχρι να κλείσει ο κύκλος των παραστάσεων παραμένει πάντα αβέβαιο- αλλά γιατί είχε να διαχειριστεί ένα υλικό προορισμένο για μπουλούκια και πλατείες και να το μεταφέρει στον στεγανό χαρακτήρα μιας θεατρικής αίθουσας, προσέχοντας να διατηρήσει το ύφος του έργου καθαυτού εκμεταλλευόμενος τις δυνατότητες του θιάσου του. Γι’ εμένα, τα κατάφερε πέρα από κάθε προσδοκία. 
 


Οι ηθοποιοί τώρα. Θα ξεκινήσω αυτό το τμήμα του κειμένου με μια βαθιά υπόκλιση στην απόκοσμη Αριάδνη Κώστα. Πολλές φορές, τα δημοτικά τραγούδια βασίζονται στην απόδοση ανθρώπινων χαρακτηριστικών σε ζώα ή άλλα στοιχεία της φύσης, πράγμα που προωθεί την ιστορία και την εξέλιξη ως άλλος από μηχανής θεός. Όταν η συνθήκη αυτή από διήγηση μετατρέπεται σε δραματουργία ή πρέπει να αποδοθεί με την χρήση τεχνιτών μέσων, ή να βρεθεί ένας ηθοποιός – στην περίπτωση αυτή η Κώστα- και να παίξει αυτόν τον ρόλο με κάθε κόστος και στοίχημα να μην καταλήξει καρικατούρα. Στην Πετριχώρα, το στοίχημα κερδήθηκε και η Αριάδνη Κώστα ήταν ένα κομμάτι της παράστασης που η απουσία της θα ήταν εμφανέστατη.  
 


Η Ευαγγελία Μπότση, ήταν η τραγική φιγούρα της βραδιάς. Ως Λυγερή, κατάφερε να μετουσιώσει την πίκρα και τον ανθρώπινο πόνο σε συναίσθημα άμεσα διοχετεύσιμο στο κοινό. Λέμε πολλές φορές, πως το κείμενο προσφέρει τον δυναμισμό που χρειάζεται ένας χαρακτήρας για να αναδειχθεί. Μα αν δεν υπάρχει το ισχυρό πρόσωπο που θα αναλάβει το φορτίο του λόγου, του παρακειμενικού στοιχείου και την ευθύνη της έκθεσης, τότε η κρίση μένει μισή. Η Μπότση, ως Λυγερή δεν θυσιάστηκε για να χτιστεί ένα γεφύρι μα για να δείξει μέσω των λόγων της ότι κάθε γυναίκα είναι εν δυνάμει θύμα της παράλογης ανάγκης κάθε κοινωνίας να φορτώσει την ευθύνη της ανάπτυξής της σε ένα θύμα, που άλλοτε ονομάζει Μεσία, κι άλλοτε ξεχνάει όντας κτήμα ενός άντρα. 
 


Αντίστοιχο παράδειγμα ο άνδρας θύτης της ιστορίας. Για τον Δημήτρη Κρίκο έχω ακούσει πολλά, μα πρώτη φορά συναντώ επί σκηνής. Ποιος ο ρόλος του λοιπόν στην Πετριχώρα… Αυτός του αρχιμάστορα και θύτη. Ο Κρίκος κατάφερε να ενσαρκώσει τον ρόλο του άνδρα, που θύμα ενός κατεστημένου και μιας ψυχολογικής κυρίως πίεσης, είναι αυτός που ασκεί την βία φτάνοντας στον φόνο για να διαφυλάξει το γενικό καλό και ευημερία. Μέσα από μια σειρά ψυχικών διακυμάνσεων και με έντονο τον χαρακτήρα του εξαναγκασμού, μετέφερε επί σκηνής τον χαρακτήρα που πασχίζει να επιβληθεί στον ρόλο του άνδρα που η κοινωνία του φόρτωσε. Ο δυναμισμός του και η σωματικότητα που έδωσε στον χαρακτήρα του κατάφεραν να τον ξεχωρίσουν στα μάτια του κοινού, ενώ η συναισθηματική ένταση που χάρισε στον ήρωά του έφερε ανεπαίσθητα την ηθική λύτρωση και συγχώρεση. 
 


Ως κάθε έργο της περιόδου με τραγικό στοιχείο, όφειλε να έχει ένα τμήμα ηθοποιών που πιο πολύ θα έμοιαζαν με χορό αρχαίου δράματος, παρά με πρωταγωνιστές. Έτσι κι έγινε λοιπόν, με τις Άννα Μαρία Γάτου, Νεφέλη Γκίκογλου, Γιούλη Ευθυμίου, Λένα Νεστορίδου, Γεωργία Ποντσουκτσή και τον  Θάνο Πουμάκη. Η παρουσία τους ήταν καίρια, μιας και συνεχίζοντας το παραπάνω νήμα, οι ηθοποιοί αυτοί ενσάρκωσαν στην ουσία την ανθρώπινη συλλογική βούληση και το στερεότυπο που από απαρχής του κόσμου οπλίζει το χέρι του θύτη με την πέτρα αφήνοντάς τον να νομίζει ότι όλες του οι πράξεις θα εξαγνιστούν στον βωμό της ευθύνης προς το άλογο κοινωνικό καλό. Αξιοσημείωτη η συνεισφορά τους στα μοιρολόγια που ακούστηκαν και οδήγησαν στην κορύφωση της ιστορίας.
 
Στα δύσκολα αυτά χρόνια για την τέχνη, αυτοί οι νέοι άνθρωποι στάθηκαν απέναντι στο κοινό για να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό και αυτό ανταμείφθηκε. Και αν με ρωτάτε, η Πετριχώρα είναι μια παράσταση που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει και που για εμένα όλοι θα έπρεπε να παρακολουθήσουν. Όχι γιατί θα συγκινηθούν, θα κλάψουν ή θα ξεφύγουν από την καθημερινότητά τους. Αλλά γιατί θα έρθουν αντιμέτωποι με μια κατάσταση που επί αιώνες κρύβεται συστηματικά κάτω από το χαλί και καμουφλάρεται για να αντέξει στον χρόνο. 
 
Κι αν αυτά τα παιδιά, κάνουν κάτι καλά σε αυτή την παράσταση, θα το κρίνετε εσείς στο τέλος της. Όταν θα φτάσετε στο σπίτι και δεν θα βρίσκετε ησυχία σε αυτό που ζήσατε. 
 
Καλή θέαση. 

Σχολιάστε