Πριν πολλά χρόνια ξεκίνησε η παράλληλη πορεία μας με την Κωνσταντία Σωτηρίου. Η Κωνσταντία έγραφε, εγώ διάβαζα ιστορίες της Κύπρου που πάντα είχαν μια γλυκιά πίκρα εκφρασμένη από τα λόγια των ηρωίδων που επιλέγει να τοποθετήσει στο κέντρο των βιβλίων της. Βιβλία με την γυναικεία παρουσία στο επίκεντρο, ως ιέρειες και κοινωνοί της παράδοσης (με εξαίρεση το Brandy Sour).
Η Κεφαλή του Τσάσγουερθ είναι το τελευταίο βιβλίο της Σωτηρίου. Μια υπερήλικη γυναίκα που γίνεται μάρτυρας μιας σειράς δολοφονιών αλλοδαπών γυναικών. Κίνητρο, ένοχος και μοτίβο παραμένουν άγνωστα. Κοινή αποκάλυψη η ύπαρξη των πτωμάτων μέσα στις λίμνες που δημιουργήθηκαν κατά τις ανασκαφές των υπέργειων ορυχείων.
Στο βιβλίο κυριαρχούν διάφορα φαινόμενα. Σε μεγάλο βαθμό εντοπίζεται η παρουσία των επαναλήψεων. Η Σωτηρίου επιλέγει την μονοπρόσωπη αφήγηση κατά το ήμισυ του βιβλίου, διά στόματος της υπερήλικης γυναίκας του χωριού. Οι τόσο συχνές επαναλήψεις καταφέρνουν να δώσουν τον προφορικό χαρακτήρα της εξιστόρησης των γεγονότων από μια γυναίκα που ακολουθεί το μοτίβο της αναλφάβητης, επαρχιώτισσας ηλικιωμένης. Μια αφήγηση που ακολουθεί την πορεία των εξελίξεων καταφέρνοντας να αναδείξει τον πολυδιάστατο ψυχισμό των ανθρώπων που βιώνουν τις καταστάσεις που συμβαίνουν στον τόπο τους.
Σε αυτό το σημείο έρχεται και κουμπώνει το δεύτερο στοιχείο της αφήγησης. Η γλώσσα, σε μεγάλο βαθμό διαλεκτική, με έντονη την κυπριακή διάλεκτο απλοποιημένη. Πετυχημένη η συνταγή για την Σωτηρίου, ακόμη πιο πετυχημένη η εκτέλεση, αφού με τον τρόπο αυτό καταφέρνει να μετουσιώσει το βιβλίο σε ένα ζωντανό αναμεταδότη της παράδοσης, θωρακίζοντάς την και εξασφαλίζοντας την συνέχειά της μέσω των γραπτών της διηγήσεων.
Και μιας που παραπάνω μίλησα για το ήμισυ της αφήγησης, είναι σκόπιμο να σχολιάσω το υπόλοιπο. Στις υπόλοιπες σελίδες έχουμε την μονοπρόσωπη αφήγηση πάλι, μα με διαφορετική εστίαση, αφού η νέα φιγούρα που μεταφέρει τα στοιχεία φαίνεται να είναι παντογνώστης των γεγονότων και των ιστοριών και να τις μεταφέρει στο σήμερα. Αυτά τα αφηγηματικά μέρη, δεν έχουν σχέση με το χωριό και τις δολοφονίες, αλλά με τις κατάρες που πλήττουν το ανθρώπινο γένος. Ιστορίες βιβλικές, μυθολογικές, λαϊκής παράδοσης και θρύλοι αποτελούν τον πυρήνα αυτού του μέρους του βιβλίου, δοσμένα με την πειραγμένη μορφή που τους προσφέρουν οι από στόμα σε στόμα απλοποιημένες εκδοχές που στόχο έχουν να αποτελέσουν τις ιστορίες που ακούγονται από τις γιαγιάδες προς τα εγγόνια και σε ορισμένο βαθμό να επιτελέσουν τον διδακτικό ρόλο τους κατά τον προηγούμενο αιώνα.
Αυτό που μου αρέσει στην Σωτηρίου είναι η συνέπεια. Καθιερώθηκε στα γράμματα μέσα από την συγγραφή κυπριακών διηγημάτων στενά συνδεδεμένων με την λαϊκή παράδοση του νησιού. Οι ιστορίες της, παρότι σύγχρονες, μοιάζουν παλιακές και καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα νέο λογοτεχνικό τόπο, που στην πραγματικότητα δεν απέχει τόσο πολύ από το σημερινό περιβάλλον. Μα κυρίως, γνωρίζει ότι τις περισσότερες φορές θα κριθεί για την χρήση αυτής της γλώσσας, για τις δυσκολίες που προκύπτουν, αλλά επιμένει στην επιλογή της αυτή και κάθε φορά ξεπερνά τις προσδοκίες προσφέροντας βιβλία υψηλής φιλολογικής και λογοτεχνικής αξίας.
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης είναι ωραίο να έρχονται στα χέρια μας έργα σύγχρονα, νοσταλγικά και ανθρώπινα. Έργα για τα οποία κάποιος ξενύχτισε και δούλεψε. Έργα για τα οποία θα μιλήσουμε, θα μας αρέσουν ή όχι, θα συμφωνήσουμε μαζί τους ή όχι, θα βρούμε λάθη και παραλείψει ή όχι. Η Κωνσταντία Σωτηρίου με την Κεφαλή του Τσάσγουερθ καταφέρνει όλα αυτά κι άλλα τόσα.
Καλή ανάγνωση!