Λίγες σκέψεις για το βιβλίο Ιστορίες στο τέλος του χρόνου του Κωνσταντίνου Ν. Καρεμφύλλη.
Αν ο χρόνος αυτός είναι καθορισμένος από μια ανώτερη δύναμη, πού ξέρει ένας γραφιάς πόσες ιστορίες θα καταφέρει να συντάξει μέχρι να δει την δύση του; Κι αν η δύση αυτή αργεί περισσότερο από το συνηθισμένο; Πόσες λέξεις μπορεί να ανακαλέσει το ανθρώπινο μυαλό, να τις συνθέσει, να τις αναλύσει, να τις τοποθετήσει σε μέτρα, σταθμά, να τις κάνει να φτιάξουν εικόνες και να περιγράψουν εικόνες που, ήδη, υπάρχουν;
Ο Φιλίππο Τομάζο Μαρινέττι δήλωνε πως πρέπει να καταστρέψουμε την σύνταξη, να μειώσουμε τον λυρισμό και να υμνήσουμε την εξέλιξη που στις μέρες μας θα ήταν οι ασταμάτητες σέλφι μπροστά στην Αφροδίτη στο Ουφίτσι. Από την άλλη οι Νταντά όριζαν την δημιουργία ως έναν πολτό που θα προέκυπτε από την επιλογή και το ανακάτεμα σκόρπιων λέξεων, απομεινάρια μιας προϋπάρχουσας έκφρασης.
Για καλή τύχη των γραμμάτων και της λογοτεχνικής έκφρασης, κανένα από τα δύο μοτίβα δεν ακολουθήθηκαν. Και για μεγαλύτερη τύχη των αναγνωστών, οι λέξεις ντύθηκαν με εικόνες και στιγμές. Κάθε θραύσμα καταφέρνει να δώσει ένα δικό του μέρος για να χτιστεί το όλον μιας ιστορίας. Μπορεί να τρέχουν οι λογισμοί μας σε εικόνες ομηρικές, αναγεννησιακές και σύγχρονες. Ένα ροκ μοντέρνο αγκαλιάζει την λήθη των λωτοφάγων, μια νέα κοπέλα μετατρέπεται στην γυναίκα που βλέπει την ζωή να αλλάζει μέσα από την φθαρτότητα του σώματος που μεταβάλλεται.
Μένοντας στο ίδιο πλαίσιο σχολιασμού, η αισθητική θα σώσει τον κόσμο και την ελίτ των γραμμάτων. Ο λυρισμός θα καταφέρει να μεταδώσει τα νοήματα και να περιγράψει τις εικόνες που θα καταφέρουν να πλημμυρίσουν με την ομορφιά των λίγων, ζωές που δεν μπορούν να γλιτώσουν την μιζέρια της στείρας αναπαραγωγής, περιγραφής και απεικόνισης της πραγματικότητας και της ασχήμιας που έχει κατακλύσει την έκφραση και την επικοινωνία.
Μπορεί μια ακτή και ένα κατακρεουργημένο παγκάκι να παραπέμπει στις εικόνες της ανθρώπινης εγκατάλειψης. Τα προφυλακτικά να μας φέρνουν στον νου την άκρατη ανάγκη να καλύψουμε αρχέγονα ένστικτα που για χάρη της νεότητας κουβαλούν την ευθύνη της αποφυγής του μοιραίου. Μα, η ίδια ακτή, θυμίζει τα κύματα που οδήγησαν μια κάποια Παρθενόπη να βρει το νόημα του έρωτά της σε άλλη γη, να γίνει αερικό και να ευλογήσει με την απούσα παρουσία της μια πόλη. Μπορεί το αρμυρίκι να θυμίζει φτωχά ψαροχώρια και οι ρόζοι στο παγκάκι τα χέρια ανθρώπων που πασχίζουν να δουν την ζήση τους να μην ξεραθεί από την αλμύρα, μα τα σουρεαλιστικά γράμματα που μπλέκονται στο κύμα και δημιουργούν τις εικόνες εξαΰλωσης φέρνουν στον λογισμό εκείνον τον άνθρωπο που με όπλο την γνώση καταφέρνει να δώσει μια λογοτεχνικότητα στην απώλεια και την ανέχεια.
Μα το βασικό δώρο της αφήγησης είναι η αποκατάσταση. Είτε η συνειδητή συνειδητοποίηση της αλλαγής, είτε η διόρθωση της δυσλειτουργίας αποτελούν τους μοχλούς για την αναζωπύρωση μιας φλόγας που μέχρι το σημείο αυτό κρυβόταν σε στάχτες θνητότητας και πεπερασμένου χρόνου. Ωστόσο, με τις ιστορίες να απλώνονται σαν κύμα σε ακρογιαλιά, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο χρόνος δεν είναι τόσο πεπερασμένος, δεν είναι καν ορισμένος, μιας και πλανάται από το τώρα του γράφοντος στο τέλος της ύπαρξης και την φθαρτότητα του κύκλου που δεν λέει να γίνει φαύλος και βρίσκει στο παρά πέντε τον δρόμο να ξεφύγει και να σχηματιστεί εκ νέου, τεμνόμενος σε ζωές παράλληλες, που ζήλεψαν τον πόνο και την γνώση και έγιναν οι ξενιστές του.
Ο χρόνος κρύβει πόνο. Πολύ πόνο που δεν χωρά στις ιστορίες που τον συνοδεύουν τελικά στο τέλος του. Το βιβλίο αποτελεί δοχείο. Ένα κουτί της Πανδώρας, που κάθε άνθρωπος με επίγνωση του συναισθηματικού πόνου, της απώλειας, της ενηλικίωσης και της ζωής που «φεύγει, που χάνεται μια μέρα», ανοίγει εξαπολύοντας τα δεινά της ύπαρξής του. Και τελικά, ο συγγραφέας δεν είναι άλλος, από τον άνθρωπο που καταφέρνει να δαμάσει αυτές τις πονεμένες σκέψεις και να τις μετατρέψει σε ιστορίες που ακροβατούν μεταξύ φαντασίας και βιώματος.
Η Άλντα Μερίνι γράφει σε ένα ποίημα:
«Ενίοτε ο Θεός
σκοτώνει τους εραστές
γιατί δεν θέλει
να ξεπεραστεί
στον έρωτα.»
Μα σε αυτόν τον λόγο που ακροβατεί μεταξύ ποίησης και πρόζας, δεν είναι ο θεός που σκοτώνει τους εραστές. Δεν είναι ο θεός που κατατρέχει από φόβο μην ξεπεραστεί. Μα το ίδιο το συναίσθημα, η ίδια η δημιουργικότητα που καθώς το παρελθόν ανάγεται σε αιωνιότητα μέσω των διηγήσεων, γιγαντώνεται και κυριεύει τον αναγνώστη προσφέροντάς του την ευκαιρία να συναντήσει για λίγες στιγμές το τέλος που δεν περίμενε. Κι ο αναγνώστης, έρμαιο αυτού του φτερωτού χοντρού μωρού ερωτεύεται το τέλος που θα σημάνει την καταστροφή του (σε καμία περίπτωση πνευματική).