Αυτό που μου αρέσει στην Θεσσαλονίκη είναι η εφευρετικότητα των νέων δημιουργών. Μια πόλη, σχετικά μικρή, που παράγει συνεχώς διαμάντια και αναδεικνύει σε μικρές ή μεγαλύτερες σκηνές ταλέντα και ανθρώπους που με την αγάπη και το πείσμα τους θα μείνουν για πολύ καιρό κοντά μας και θα μας καλούν να «ασχοληθούμε» μαζί τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι κι η παράσταση «Ουροβόρος» στο 11 Grey Studio.
Σε ένα υπόγειο στην Ιασωνίδου στρώνονται τραπέζια και λίγοι θεατές είναι καλεσμένοι σε ένα δείπνο που θα τους φέρει αντιμέτωπους με ένα παιχνίδι κυριαρχίας. Μια γυναίκα, ένας άντρας και δυο απόκοσμες υπάρξεις (βουβές μα με πλήρη κίνηση) συνδιαλέγονται σε μια διαμάχη που ξεχειλίζει από αγάπη ατέρμονη, άχρονη, ανεκπλήρωτη, και πολλά άλλα από «α-«. Μια κουβέντα με τον ίδιο τον διάολο, που μας δείχνει ότι ακόμη και η πιο σκοτεινή ύπαρξη του κόσμου αυτού μπορεί να είναι θύμα μιας αγάπης.
Ξεκινώ από τα δύο κορίτσια, τα όχι τόσο λαλίστατα. Τρομακτικές παρουσίες που απλά με την παρουσία τους δημιουργούσαν μια νευρικότητα και έφερναν την αμηχανία. Ενδυματολογικά σκοτεινές, επαναλάμβαναν ελάχιστα πράγματα σε μορφή ηχούς και προσωπικά θα τις χαρακτήριζα μια πιστή απόδοση των Ερινυών που κάτι μας χτυπούσαν για να καταλάβουμε τα λάθη μας. Μια μόνιμη υπενθύμιση αυτών που ως ζωντανοί δεν σταθήκαμε άξιοι να προστατέψουμε.
Στην συνέχεια, το θύμα. Μια ζωή που δεν πρόλαβε την ζήση της και στοιχειώνει με τον χαμό της τον ίδιο τον άρχοντα του κάτω κόσμου. Μια γυναίκα που αρνείται να είναι δέσμια μιας αγάπης που δεν θα ελέγχει, που δεν θα της προσφέρει την ζεστασιά, που δεν επέλεξε. Μια γυναίκα που θέλησε να ζήσει ελεύθερη, μα κάποιος την πήρε την ζωή, την οδήγησε στην ανυπαρξία. Είναι άραγε η μόνη γυναίκα που το βιώνει;
Και τέλος, ο ίδιος ο Διάβολος, ο έκπτωτος αυτός και εσαεί κακός που μας δείχνει την δική του ανθρώπινη πλευρά. Που θέλει να ζήσει την αγάπη, που φοβάται να πεθάνει από αυτό που θέλει η ψυχή που τον φυλάκισε να βασανίζεται ατέρμονα και εσαεί. Και ένα παιδί που με τρόπο απόκοσμο, με κάθε πόρο του κορμιού του γίνεται ένα με έναν ρόλο σκοτεινό και μαύρο, σαν την ψυχή του άπειρου μαρτυρίου ενός πλάσματος που τρέφεται με το ίδιο το σαρκίο του.
Για να μιλήσουμε με ονόματα, Έλλη Δεσποτίδου, Σταυρούλα Χόβολου και Δέσποινα Βασιλείου είναι οι γυναίκες που καταφέρνουν να κάνουν τα πάντα για να μείνει αυτή η παράσταση γεμάτη πόνο και θλίψη και το καταφέρνουν. Ο Αλέξανδρος Μιχαηλίδης και το απόκοσμο φυζίκ του είναι ο τέλειος άνθρωπος που θα καταφέρει να γίνει ένα με την εικόνα των βασανιστηρίων και της φλόγας γύρω του. Ο Μάριος Αποστολακούλης, ως ενορχηστρωτής του κακού, κατάφερε να συνθέσει ένα ρέκβιεμ στο πιο ευγενικό συναίσθημα.
Και στο τέλος οι θεατές, που σαν να βρίσκονται σε μια παράσταση αλληλεπίδρασης, μετέχουν. Δειπνούν, πίνουν, συμπληρώνουν τις ατάκες. Τρομοκρατούνται και μένουν κι αυτοί όμηροι. Και στο τέλος, χειροκροτούν και ανασαίνουν.
Δεν ξέρω αν ο «Ουροβόρος» είναι η παράσταση που θα επέλεγα να ξαναδώ, μιας και ομολογώ ότι δεν πέρασα πολύ καλά με όλα αυτά με τα οποία με έφεραν αντιμέτωπο. Είναι, όμως, μια παράσταση σίγουρα καλοδουλεμένη και με παιδιά που γράφουν την δική τους ιστορία στις σκηνές της Θεσσαλονίκης και αυτό είναι το σημαντικότερο.
Καλή θέαση!