Αν αναρωτηθεί κανείς πώς φτιάχνεται μια καλή παράσταση, πολλές είναι οι απαντήσεις που μπορούν να δοθούν. Για άλλους, σημαντικό ρόλο έχουν τα σκηνικά, ώστε να φέρουν τον θεατή πιο κοντά στο περιβάλλον. Για άλλους τα κοστούμια. Για κάποιους πιο ψαγμένους το κείμενο. Και για αυτούς που παθιάζονται δίχως αύριο, το σύνολο που θα αποτυπώσει θεατρικά το αποτέλεσμα, αναγάγοντας την υποκριτική τέχνη σε ουσία που ενσαρκώνεται μέσα από τον λόγο και υπό την καθοδήγηση του σκηνοθέτη. Και στο σημείο αυτό ερχόμαστε όλοι εμείς που είδαμε τις Στρακαστρούκες.
Επειδή το κείμενο αυτό το ξεκίνησα πολύ γενικά κι αόριστα, θα ήθελα πριν περάσω στο ουσιώδες της παράστασης να κάνω δύο παρατηρήσεις. Αν προσωπικά έπρεπε να επιλέξω τον Δημήτρη Σαμόλη να παίξει σε μια παράσταση ή να τραγουδήσει, θα ήθελα να έχω την χαρά να τον βλέπω να παίζει κι ας τον γνώρισα μέσα από την φωνή του. Το δεύτερο είναι ότι από την πρώτη στιγμή που τον είδα επί σκηνής στο μυαλό μου ήρθαν σκηνές από τον χαρακτήρα του Πουκ (ή Πακ, ανάλογα τον μεταφραστή) και το όνειρο εκείνης της θερινής νύκτας που έχουμε απολαύσει, με ελάχιστους να μπορούν να γίνουν τα δαιμόνια πλάσματα που συντροφεύουν την Τιτάνια.
Στο προκείμενο του έργου. Όταν ένα αγόρι ανεβαίνει επί σκηνής να μας διηγηθεί την ζωή που πολλά πλάσματα αυτού του κόσμου, γεννημένα χωρίς την συγκατάθεση τους, ζούσε, ένας κόμπος έρχεται και κάθεται στο στομάχι. Με μικρές ιστορίες, με μια νευρική ατμόσφαιρα και ένα καταιγισμό πληροφοριών, οι ζωές που έχουμε όλοι δει να καταστρέφονται περνούν από το θεατρικό σανίδι, αφήνοντας τους θεατές να χαλαρώσουν και να γελάσουν, λίγο πριν πέσουν στο συναισθηματικό έρεβος της συνενοχής, της ταύτισης, της ενοχής και της συνειδητοποίησης.
Ένα αγόρι διαφορετικό που πρέπει να χωρέσει, μονολογεί. Όχι αόριστα και περί ανέμων και υδάτων. Με στιγμές και μια χρονολογική σειρά, εξαιρουμένου του in media res της αρχής της παράστασης που δεν μας προϊδεάζει ωστόσο για την ιστορία που θα δούμε να εκυλίσσεται, η φωνή του Δημήτρη Σαμόλη γέμισε το θέατρο. Σε αυτή την μονοπρόσωπη αφήγηση ο πρωταγωνιστής καλείται να κάνει το εξής παράδοξο.
Ανάλογα με τις αλλαγές που έρχονται στην ιστορία το σκηνικό το αλλάζει και το στήνει ο ίδιος. Πράγματα βγαίνουν από κούτες, μπαίνουν σε κούτες, στολίζουν και ξεστολίζουν το κλουβί που θα αποτελέσει, ίσως και συνειρμικά, το κελί στο οποίο διά βίου βρίσκεται ο πρωταγωνιστής. Στην παράσταση της Τετάρτης, μεγάλη η συνεισφορά του δάσους σε όλο αυτό, με τα θροΐσματα και τις σκοτεινές του πρασιές που πλαισίωναν την παράσταση, ενώ για πρώτη φορά η φωτορύπανση της Θεσσαλονίκης και το πορτοκαλί χρώμα του ουρανού στάθηκε η πιο ακούσια προσθήκη στο σκηνικό της παράστασης που αγκάλιασε τα λόγια του πρωταγωνιστή.
Το παιχνίδι με τις “μάσκες” του Σαμόλη ήταν το δεύτερο μεγάλο ατού της παράστασης. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, ο Pirandello υιοθέτηση στα έργα του ένα παιχνίδι όπου ο κάθε χαρακτήρας φορούσε μια υποθετική μάσκα ώστε να δημιουργήσει αυτό το κάτι διαφορετικό που θα έβγαινε από την σκηνή. Ο Σαμόλης, μέσα σε αυτή την μιάμιση περίπου ώρα, παρουσίασε όλες τις μάσκες που αναγκάζεται κάθε παιδί να φορέσει για να χωρέσει και να έχει ρόλο και λόγο ύπαρξης στο οικογενειακό και κοινωνικό πάλκο.
Τα υπέροχα κλισέ. Εδώ ξέρω ότι υπάρχει μια δόση αρνητισμού και αντίφασης. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, τι θα ήταν η ζωή χωρίς κλισέ. Και αν το θέατρο μιμείται την ζωή και οι ρόλοι τους ανθρώπους που με σάρκα και οστά περνούν στερεοτυπικά και επαναλαμβανόμενα στο ίδιο μοτίβο τις ώρες τους σε αυτό τον τόπο, μπορεί μια παράσταση να μην έχει κι από δαύτα; Πιθανότατα, η απάντηση θα ήταν όχι, και αν θέλουμε να το πάμε σε θεατρική κουβέντα, καμιά Πηνελόπη δεν ήταν μόνη, καμιά Ελένη δεν έμεινε στην Τροία και καμιά Ιφιγένεια δεν σφαγιάστηκε εν τελεί αφήνοντας πίσω ένα σαρκίο που θα ευλογούσε Δαναούς και μη να κατακτήσουν τα τείχη. Και κάπως έτσι, οι Στρακαστρούκες αγκάλιασαν τα κλισέ που έκαναν το κείμενο να μοιάζει πραγματικά με την ζωή μας.
Και για να πάμε λίγο προς το τέλος αυτού του μίνι αφιερώματος. Είπα παραπάνω ότι θα ήθελα να βλέπω τον Δημήτρη Σαμόλη να παίζει, παρά να τραγουδάει. Η θεατρική πράξη, είναι από μόνη της ένα τραγούδι. Αν μπούμε στην διαδικασία να την αντιμετωπίσουμε ως ένα αποτέλεσμα θεϊκής δημιουργίας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι μοιάζει με το τραγούδι της Σειρήνας. Σαγηνεύει τον θεατή, τον απομακρύνει από τον κόσμο και την γήινη διάσταση και τον τοποθετεί σε χώρους που ο ίδιος δεν έχει ταξιδέψει, σε γλώσσες που ο ίδιος δεν μιλά, σε χρόνους που δεν έχει ζήσει. Και ο ηθοποιός, στην περίπτωση αυτή ο Δημήτρης Σαμόλης, είναι η δική μας Λίγεια που χρόνια τώρα (3 για την ακρίβεια) με την παράσταση του μας μαθαίνει να ζούμε για τον έρωτα και να πεθαίνουμε για αυτό που είμαστε.
Και κάπως έτσι, οι Στρακαστρούκες, αφήνουν ένα στίγμα δικό τους στις ψυχές των θεατών. Τους αποχαιρετούν με ένα δάκρυ, ένα πόνο, μια συγγνώμη ίσως που τους έφεραν αντιμέτωπους με ένα καθρέφτη. Μα δεν μετανοούν. Συνεχίζουν με την δική τους πυρίτιδα να προκαλούν τις μικρές εκρήξεις που κάποια στιγμή θα αλλάξουν, ίσως, τον κόσμο.